Ποιανού η ιστορία επιτρέπεται να ακούγεται; – Συνέντευξη με την Bea Wangondu & τον Α. H. Brown
Monday 23/3/2026Ποιος είναι ο σκοπός μιας ιστορίας; Να αλλάξει κάτι ή να το προστατεύσει; Προσιδιάζει στον σκοπό των ευγενικών ψεμάτων και της «μισών αληθειών»; Στο ντοκιμαντέρ Kikuyu Land, η Κενυάτισσα δημοσιογράφος Μπεα Ουανγκόντου εμπλέκεται σε τούτα τα ενδεχόμενα. Η Ουανγκόντου συν-σκηνοθέτησε με τον Άντριου Χ. Μπράουν, ο οποίος ήταν επίσης διευθυντής φωτογραφίας και μοντέρ, μια έρευνα για τις μακροχρόνιες διαμάχες επί της γης μεταξύ Κενυατών, της κυβέρνησης και των πολυεθνικών εταιρειών. Οι εκτεταμένες φυτείες των τελευταίων αποτελούν το επίκεντρο μεγάλου μέρους των δεινών του λαού Κικούγιου [μτφρ: της μεγαλύτερης εθνοτικής ομάδας στην Κένυα].
Μία από τις πρώτες σκηνές της ταινίας δείχνει μια εναέρια άποψη των πράσινων χωραφιών με φυτείες τσαγιού. Μικρές κουκκίδες από μπλε, μωβ και κόκκινο είναι τα ρούχα των εργαζομένων που κινούνται στα χωράφια. Στην πλάτη τους κουβαλούν καλάθια που θα μπορούσαν να χωρέσουν τον εαυτό τους. Πρέπει να γεμιστούν με φύλλα τσαγιού· κοντινά πλάνα αποκαλύπτουν τα γρήγορα χέρια που μαζεύουν και εναποθέτουν τα φυτά. Καθώς αυτό διαδραματίζεται, μια φωνή από το παρελθόν μιλάει· αποκαλύπτεται ότι είναι ο Βρετανός αποικιακός κυβερνήτης της Κένυας από τη δεκαετία του 1950. «Πολλοί από τους Αφρικανούς, συμπεριλαμβανομένων των Κικούγιου, ζουν σε ένα μέρος της χώρας όπου το χώμα είναι πολύ καλό», λέει. «Έχουμε σχέδια βελτίωσης, με πολλούς τρόπους, για εκείνες τις περιοχές, ένα εξ αυτών είναι να μετατρέψουμε τους Αφρικανούς σε χειρώνακτες στα εργοστάσια της Κένυας.» Μπροστά στις σκηνές του σήμερα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτή η γλυκιά, στο άκουσμα, ιδέα δεν είναι καθόλου γλυκιά και, σε όλη την υπόλοιπη ταινία, η Ουανγκόντου και ο Μπράουν κάνουν ό,τι μπορούν για να δείξουν πόσο μεγάλο ψέμα ήταν.
Η ταινία το πετυχαίνει υφαίνοντας με μαεστρία πολυάριθμα νήματα. Ξεκινά με Κενυάτες όπως ο κύριος Μουνγκάι, ένας ηλικιωμένος άνδρας Κικούγιου η οικογενειακή γη του οποίου εκλάπη, και ο ενήλικος γιος του, ο Ντζένγκα, ένα αυτοαποκαλούμενο «παιδί του τσαγιού» μεγαλωμένο σε φυτείες. Ο Ντζένγκα, που ήθελε εδώ και καιρό να πει τούτη την ιστορία, βοήθησε τον Μπράουν να μπει κρυφά στις φάρμες για να καταγράψει στιγμιότυπα της ζωής στις φυτείες (η κινηματογράφηση απαγορεύεται αυστηρά). Ακούμε διάφορες εργάτριες που αντιμετωπίζουν ακραίες συνθήκες εργασίας και ανεξέλεγκτη σεξουαλική κακοποίηση από τους προϊσταμένους τους. Βλέπουμε τους «μεσάζοντες», ή αλλιώς «hustlers», τους Κενυάτες που είναι οι πνευματικοί διάδοχοι των αποικιακών αρχετύπων τους και διατηρούν το δίκτυο εκμετάλλευσης ζωντανό πολύ μετά την ανεξαρτησία της Κένυας το 1964 (ο Γουίλιαμ Ρούτο, ο σημερινός πρόεδρος της Κένυας, έχει αυτοαποκαλεστεί «αρχηγός των hustlers»). Η ταινία φτάνει ακόμη και στην οικογενειακή ιστορία της ίδιας της Ουανγκόντου, όταν μαθαίνει πώς ο παππούς της εξασφάλισε την τεράστια περιουσία της οικογένειάς τους. Όλα αυτά εμπίπτουν στην ομπρέλα εταιρειών όπως η Unilever, το τσάι Lipton της οποίας είναι προϊόν αυτού του δικτύου [επεξεργασία: η Unilever πούλησε τη Lipton το 2022] και η οποία αρνήθηκε να σχολιάσει τις συνθήκες εργασίας.
Το να εμβαθύνει κανείς σε αυτούς τους τομείς συνεπάγεται υψηλό ρίσκο. Άνθρωποι μπορεί να τιμωρηθούν ή ακόμη και να σκοτωθούν για την επιδίωξη τέτοιων ερευνών. Όπως λέει στην Ουανγκόντου ένας ανώνυμος αξιωματικός της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, «Δείχνεις τα πάντα και δεν ξέρεις τι θα συμβεί στη συνέχεια». Στο τέλος, η Ουανγκόντου και ο Μπράουν αποκαλύπτουν αρκετές άσχημες αλήθειες, ακόμα και αλήθειες για τις ίδιες τις ιστορίες. Συχνά, η ένταση της φωνής του αφηγητή έχει μεγαλύτερη σημασία από την ακρίβεια της ιστορίας που λέγεται. Ωστόσο, στο Kikuyu Land, η Ουανγκόντου θέλει να θυμάστε ένα πράγμα: «Η πραγματική ιστορία είναι αυτή που συχνά λέγεται ψιθυριστά.» Την περασμένη εβδομάδα, ενώ προέβαλλαν την ταινία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance, η Ουανγκόντου και ο Μπράουν συνομίλησαν μαζί μου για την απεικόνιση της διαρκούς λαβής της αποικιοκρατίας, την αποκάλυψη οικογενειακών μυστικών και για ποιους λόγους επέλεξαν την συγκεκριμένη ιστορία. (Η παρακάτω συνομιλία έχει υποστεί επεξεργασία για λόγους σαφήνειας και συντομίας.)
Feven Merid: Μπορείτε να μιλήσετε για το πώς προσεγγίσατε την απεικόνιση των επιπτώσεων της αποικιακής ιστορίας της Κένυας στο παρόν;
Bea Wangondu: Το πιο σημαντικό πράγμα αυτή τη στιγμή είναι να συζητάμε και να ανοίγουμε διαλόγους γύρω από το εξής: «αυτό μου συνέβη, και υπάρχει μια ενέργεια που αντιστοιχεί σε αυτό που μου συνέβη;» Η κόπωση εξαιτίας της αποικιοκρατίας και όσων έκαναν είναι ήδη αρκετά επώδυνη από μόνη της. Έχουν περάσει πάνω από 100 χρόνια και δεν έχει αλλάξει πολύ. Η συζήτηση επί τούτου, λοιπόν, γίνεται ως μνεία, αλλά δεν είναι το κύριο στοιχείο αυτού που προσπαθούμε να κάνουμε εδώ.
Andrew H. Brown: Εκκινώντας από μια Δυτική οπτική, συχνά προσπαθούμε να τοποθετήσουμε την αποικιοκρατία στο παρελθόν, και συνεπώς ήταν πολύ σημαντικό για εμάς να δώσουμε κάποιο πλαίσιο, επειδή δεν μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι οι άνθρωποι κατανοούν πραγματικά την ιστορία της Κένυας. Και δεν τους έχει ειπωθεί από έναν Κενυάτη, όπως ο κύριος Μουνγκάι, τι ακριβώς συνέβη, από τη δική του οπτική. Αλλά ξέραμε ότι αν δίναμε πολύ βάρος στο παρελθόν, οι άνθρωποι θα έλεγαν: «Τέλος πάντων, το παρελθόν είναι παρελθόν». Έτσι, θέλαμε να βεβαιωθούμε ότι οι άνθρωποι είχαν ένα πλαίσιο για το τι συνέβη ιστορικά και πώς δημιουργήθηκαν και τέθηκαν σε κίνηση αυτά τα συστήματα. Αλλά, το σημαντικότερο, θέλαμε οι άνθρωποι να δουν πώς αυτά τα συστήματα εξακολουθούν να ελέγχουν την ευημερία των νοικοκυριών σε κοινότητες όπως η κοινότητα των Κικούγιου σήμερα. Έτσι, θέλαμε πραγματικά να δείξουμε ότι, ξέρετε, αυτή είναι μια ταινία που θα μπορούσαμε πιθανότατα να είχαμε γυρίσει πριν από 80 χρόνια, ή να είχαμε διηγηθεί πριν από 80 χρόνια ή 100 χρόνια, δυστυχώς.
Feven Merid: Σίγουρα υπήρχαν κάποιες σκηνές που ξεχώριζαν γιατί έμοιαζαν ότι θα μπορούσαν να είναι από διάφορες διαφορετικές περιόδους· σκέφτομαι τις σκηνές με τις εργάτριες που μαζεύουν φύλλα τσαγιού. Το πρωί φεύγουν από τις μικροσκοπικές ξύλινες παράγκες τους που βρίσκονται επίσης στη φυτεία· στο χωράφι, οι επιτηρητές (managers) κρατούν μαχαίρια και τους λένε ότι πρέπει να παραδώσουν τη συμφωνημένη ποσότητα ειδάλλως θα τις πετάξουν στον δρόμο. Έπειτα, βλέπουμε τη σεξουαλική κακοποίηση που υφίστανται από τους επιτηρητές.
Bea Wangondu: Ενίοτε, οι άνθρωποι δεν έχουν –ειδικά αν δεν γνωρίζουν την ιστορία του– δεν έχουν μια εικόνα ή την παραμικρή ιδέα για το πώς μοιάζει ο αποικισμός. Όταν βλέπεις τα γραφεία των αποικιοκρατών και βλέπεις τους εργάτες στις φυτείες τσαγιού, τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι αυτό που ακούς τους ανθρώπους να συζητούν δεν είναι επινοημένο.
Andrew H. Brown: Μοιράζομαι τον χρόνο μου μεταξύ Κένυας και Βόρειας Καρολίνας. Ένα μεγάλο μέρος της παιδικής μου ηλικίας ήταν στη Λουιζιάνα. Κάθε φορά που έμπαινα σε αυτούς τους χώρους, αυτό που έβλεπα μπροστά μου συνηχούσε με αυτά που διάβαζα στα βιβλία ιστορίας για τον Νότο σε όλη μου την παιδική ηλικία. Αντί για τσάι, ήταν βαμβάκι, ή άλλες καλλιέργειες εδώ. Η ιστορία την οποία τώρα πολλοί άνθρωποι εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να εξαλείψουν. Δεν υπήρξε μέρα όσο ήμουν στη φυτεία που αυτή η σκέψη δεν πέρασε από το μυαλό μου. Και ενώ κινηματογραφούσα εκείνες τις γυναίκες, καταλάβαινα πώς οι εικόνες αυτές θα επηρέαζαν το Δυτικό κοινό.
Feven Merid: Μπορείτε να μιλήσετε για την προσέγγιση της ανάδειξης όχι μόνο αυτών των τεράστιων πολυεθνικών εταιρειών, αλλά και του ρόλου των μεσαζόντων πέρα από τις φυτείες;
Bea Wangondu: Ο παππούς μου είναι ένα καλό παράδειγμα του πώς ολόκληρο το σύστημα οικοδομήθηκε από την αποικιοκρατία. Στους ντόπιους Κενυάτες φαινόταν κερδοφόρο. Φαινόταν σαν καπιταλισμός, είχε συστατικά που οι άνθρωποι νόμιζαν ότι ήταν ο τρόπος να προοδεύσουν στη ζωή. Ήταν σημαντικό να τα δείξουμε όλα αυτά, επειδή το ταξίδι μου προς την ανακάλυψη είναι, στην πραγματικότητα, εκείνο που μου επιτρέπει τελικά να βλέπω τον παππού μου όπως ήταν. Πάντα είχα ένα ένστικτο, αλλά έτσι ανακάλυψα, θεέ μου, ότι όχι μόνο ήταν αρχηγός, αλλά ήταν επίσης ένας εξ όσων χρησιμοποιήθηκαν και ο αντίκτυπος του ήταν ολέθριος για το πώς είναι η Κένυα σήμερα. Αυτό που βιώνεις είναι νεοαποικιοκρατία.
Andrew H. Brown: Το ίδιο σχέδιο αντικρίζουμε, τόσο στην Κένυα όσο και εδώ στις ΗΠΑ. Το να στρέφεις τον γείτονα ενάντια στον γείτονα, κι έτσι εσύ, ως κοινωνία, παραμένεις εστιασμένη σε λάθος πράγματα και όχι στους ανθρώπους που πράγματι κινούν τα νήματα. Δημιουργούν ρωγμές στο σύστημα απ’ όπου, συχνά, κακοί άνθρωποι εισέρχονται πρόθυμα για να βλάψουν τις δικές τους κοινότητες. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ τώρα την ICE. Αυτοί είναι άνθρωποι που πρόθυμα φορούν μια μάσκα και βγαίνουν έξω στις δικές τους κοινότητες για να πληγώσουν, να σκοτώσουν και να τρομοκρατήσουν τη δική τους κοινότητα. Δεν είναι δημιουργικό· είναι βαναυσότητα.
Feven Merid: Σε κάποιο σημείο η οικογένειά σου σου απαγόρευσε να συνεχίσεις την ιστορία του παππού σου και σ’ έδιωξε ακόμα και από το σπίτι των παππούδων σου. Πώς ήταν τελικά να φτάσεις σε ένα σημείο όπου μπόρεσες να καθίσεις και να μιλήσεις με τους θείους σου για τον πατέρα τους;
Bea Wangondu: Δεν μπορούσα να πάω στο σπίτι της γιαγιάς μου, ούτε καν να κάνω συζητήσεις για τον παππού μου με κανέναν από αυτή την πλευρά της οικογένειας. Αλλά υπάρχει και ένα πολιτισμικό στοιχείο παρόν στην κοινότητά μου, ότι ακόμα και όταν η κατάσταση είναι τέτοια, θέλουν να φαίνονται σαν να λένε «θέλουμε απλά ειρήνη». Και νιώθω ότι εκμεταλλεύτηκα αυτό το πολιτισμικό στοιχείο όταν επικοινώνησα μετά από πολύ καιρό με τον θείο μου. Ήξερα ότι ήταν ακόμα στεναχωρημένος, ειδικά επειδή τον είχα βάλει σε αυτή την άβολη θέση όπου τώρα φαινόταν κακός στην οικογένεια. Και προέρχομαι από μια πολύ μεγάλη οικογένεια. Τώρα φαινόταν σαν εκείνος ο οποίος άνοιξε μια πόρτα για μένα ώστε να κάνω την οικογένειά του και τον πατέρα του να φαίνονται κακοί. Οπότε, όταν τηλεφώνησα ξανά, ήξερε ότι έπρεπε να εξυγιάνει την εικόνα του. Πρόκειται για κάτι βαθιά πολιτισμικό: μπορείς να τσακωθείς με κάποιον και να μην ζητήσεις ποτέ συγγνώμη, και την επόμενη φορά που θα συναντηθείτε, να συμπεριφέρεσαι σαν να μην τρέχει τίποτα, «όλα εντάξει». Τοιουτοτρόπως, καταφέραμε να ξαναμπούμε. Και αυτή τη φορά έφερε τα αδέρφια του, τους άλλους θείους μου. Κι έτσι μπορέσαμε να έχουμε μια συζήτηση. Και το ακούς στην ταινία όταν λέω, «θέλω απλά ειρήνη». Αν ξεκινούσαμε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ποτέ δεν θα είχαμε αυτή τη συζήτηση.
Feven Merid: Άρα, η αντιπαραθετική προσέγγιση δεν θα λειτουργούσε. Αναγνωρίζω αυτό το στοιχείο στον δικό μου πολιτισμό και ήταν πολύ ενδιαφέρον να το βλέπω να ξετυλίγεται στην οθόνη. Διαχειριζόσουν διαφορετικές γενεαλογικές, πολιτισμικές και προσωπικές δυναμικές σε αυτή τη σκηνή. Βρήκες ότι αυτή η διαδικασία σε βοήθησε να καταλάβεις περισσότερα περί του γιατί οι θείοι σου θέλουν να κρατήσουν την ιστορία του παππού σου ιδιωτική;
Bea Wangondu: Ακόμα και στο σημείο της ενσυναίσθησης. Με χτύπησε. Μεγάλωσαν σε έναν χώρο όπου η αποικιοκρατία εμφανίστηκε στη ζωή τους και έπρεπε να παλέψουν για την ανεξαρτησία τους. Και το να παλέψεις για ανεξαρτησία σήμαινε ότι έπρεπε να κρατήσουν μυστικά. Ο αποικιοκράτης δεν έπρεπε να μάθει τι σκαρφίζονταν, τα σχέδιά τους, τίποτα. Κανείς δεν επιτρεπόταν να μιλήσει για το τι έκαναν. Έτσι, αυτή [η εμπειρία] διείσδυσε στον πολιτισμό μας. Γι’ αυτό η κακοποίηση θα λαμβάνει χώρα σε οικογένειες σε πολλές διαφορετικές χώρες ανά την ήπειρο, αλλά ποτέ δεν δύνασαι να μιλήσεις γι’ αυτήν. Δεν είναι κάτι. Το κρατάμε κλειδωμένο. «Θα είμαστε εντάξει· ο χρόνος θα μας θεραπεύσει». Επίσης, η ιδέα των ευγενικών ψεμάτων είναι να εξαγνίσουν, να καθαρίσουν την εικόνα κάποιου προκειμένου να ξεπεράσουν δύσκολες καταστάσεις χωρίς ποτέ να χρειαστεί να μιλήσουν γι’ αυτές. Μολονότι τώρα ίσως να θέλουμε να πούμε ωμά: «Έκανες λάθος».
Έτσι, συμπονώ τους ανθρώπους που έχουν ζήσει με τον πόνο από ό,τι και αν τους συνέβη. Είχα την ευκαιρία να βρεθώ απλώς σε έναν τόπο ώστε να καταλάβω ότι δεν πρόκειται να λάβω τις απαντήσεις που ψάχνω απευθείας εξ αυτών. Μιλάω με [τους θείους μου] με τον ίδιο τρόπο που μιλούν στην ταινία. Και, πάντως, υπάρχουν πολλά που παραδέχτηκαν χωρίς απαραίτητα να τα πουν.
Andrew H. Brown: Μπαίνοντας, κάπως φοβήθηκα για την Bea. Έμοιαζε λίγο σαν παγίδα. Εννοώ, πήγαινε εκεί μέσα για να μιλήσει απευθείας στους πατριαρχικούς ηγέτες της οικογένειάς της και, ξέρεις, είχαν στο μυαλό τους κάτι σαν: «Ξέρουμε ότι δεν θα φύγεις, οπότε ας σου δώσουμε αρκετά». Υπερασπίστηκε τη θέση της ενώ τους συγχώρεσε και τους επέτρεψε να αφηγηθούν την ιστορία τους όπως επιθυμούσαν. Προφανώς, με την κυκλοφορία της ταινίας, δεν ακολουθεί την επιθυμία τους να το κρατήσουν μέσα στην οικογένεια, αλλά τείνει ένα κλαδί ελιάς ξεστομίζοντας: «Καταλαβαίνω ότι τα ψέματά τους υποδηλώνουν το πώς έμαθαν ότι αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας».
Feven Merid: Στο τέλος της ταινίας, Bea, λες ότι συνήθιζες να πιστεύεις ότι οι ιστορίες είναι το πιο ισχυρό πράγμα στον κόσμο, αλλά τώρα αντιλαμβάνεσαι ότι ο αφηγητής και το πόσο δυνατή είναι η φωνή του καθορίζουν πόσο ισχυρή είναι μια ιστορία. Υπό το πρίσμα αυτό, τι σε έκανε να θέλεις να συνεχίσεις και να πεις αυτή την ιστορία υψηλού ρίσκου;
Bea Wangondu: Πάνω από 100 χρόνια πριν, εταιρείες σαν εκείνες στην ταινία εδραιώθηκαν με έναν συγκεκριμένο τρόπο, και αυτό σημαίνει μόνο ότι οι ρίζες έχουν βαθύνει. Ήταν πολύ σημαντικό να δώσουμε το πλαίσιο. Στην περίπτωση του κυρίου Μουνγκάι, για παράδειγμα, του οποίου η γη κλάπηκε και τώρα ζει σε μια πολύ μικρή γειτονιά στην Κένυα και δεν μπορεί να προοδεύσει όπως θα ήθελε, ήταν σημαντικό να δείξουμε πώς έμοιαζε αυτή η εμπειρία και τι σήμαινε για κάποιον σαν τον κύριο Μουνγκάι. Αυτή είναι η φωνή ενός δημοσιογράφου. Διότι όταν μιλάμε για εταιρείες, μιλάμε για εξουσία, μιλάμε για το χρήμα, μιλάμε για καθεστώτα. Πώς βρίσκουμε λύση εν προκειμένω; Αν έπρεπε να αντιπαρατεθούμε, ίσως να κατέληγε μια χαμένη μάχη, συνεπώς διηγείσαι την ιστορία που πρέπει να πεις με έναν τρόπο που σου επιτρέπει να την πεις, και χρησιμοποιείς κάθε διαθέσιμο πόρο για να τη δουν οι άνθρωποι.
Andrew H. Brown: Καθώς χτίζαμε αυτή την ιστορία, καταλαβαίναμε ότι ο ανεξάρτητος κινηματογράφος δεν έχει πάντα το ηχηρότερο μεγάφωνο. Ξέραμε ότι αυτές οι γυναίκες έπαιρναν το ρίσκο δίδοντάς μας την ιστορία τους. Ο κύριος Μουνγκάι έπαιρνε το ρίσκο, κι έτσι νιώθαμε ένα βάρος ως διαχειριστές των φωνών τους. Και πάντα ξέραμε τι αντιμετωπίζαμε, τον τύπο των ανθρώπων που κατέχουν τις γαίες, είτε πρόκειται για εταιρείες είτε για ισχυρούς άνδρες τοπικά. Είναι πολύ σαφές ότι έχουν πιο δυνατή φωνή από εμάς. Δημιουργικά, κάπως έτσι προσπαθήσαμε να χρησιμοποιήσουμε τη δική τους φωνή εναντίον τους· δείχνοντας τις διαφημίσεις τους, κοιτάζοντας τον ιστότοπό τους καθώς μιλούν για όλο το καλό που κάνουν και αφήνοντας τους ανθρώπους να αποφασίσουν αν αυτό συμβαδίζει με την πραγματικότητα που βλέπουν. Στην ταινία μας, δεν θα δείτε ποτέ την Bea να απευθύνεται στον πρόεδρο, μήτε σε οιονδήποτε άλλον πολιτικό. Απλώς χρησιμοποιούμε τα δικά τους λόγια και τον τρόπο που μιλούν για τα πράγματα. Στην περίπτωση της Unilever, όταν η Bea δεν διατύπωσε καμία κατηγορία, είπε απλά «Κάνω ένα ρεπορτάζ, θα ήθελα πολύ να μιλήσουμε», και βλέπεις αν ενδιαφέρονται να κάνουν μια συζήτηση για τη μεταχείριση των εργαζομένων. Βάζουν πολύ γρήγορα υπέροχες διαφημίσεις για όλο το καλό που κάνουν, που κοστίζει πολύ περισσότερο χρόνο και χρήματα από το να απαντήσουν στις ερωτήσεις κάποιου.
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε με τίτλο “Whose story gets to be heard?” στο περιοδικό Africa is a Country και μεταφράστηκε από το Φαίδωνα Μ. Σάλτο.