Days and Passions of the Land of Bitter Oranges – Solon Papageorgiou
Thursday 12/2/2026Ο Γασσάν Καναφάνι μέχρι σήμερα παραμένει σημείο αναφοράς για την παλαιστινιακή λογοτεχνία. Η ζωή του, πολυτάραχη, όπως των περισσότερων συμπατριωτών του. Ο Καναφάνι εκτοπίστηκε μαζί με την οικογένειά του το 1948 από τις δυνάμεις του Ισραήλ σε ηλικία δώδεκα ετών. Σπούδασε Αραβική Λογοτεχνία και εργάστηκε και δραστηριοποιήθηκε ως δάσκαλος, δημοσιογράφος και εκπρόσωπος του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Την τελευταία ιδιότητά του την πλήρωσε με τη ζωή του, καθώς δολοφονήθηκε από τη Μοσάντ στη Βηρυτό από μια βόμβα που είχε τοποθετεηθεί στο αυτοκίνητό του, σε μια ενέργεια που θεωρήθηκε αντίποινα για την εμπλοκή της οργάνωσής του σε τρομοκρατικό χτύπημα σε αεροδρόμιο κοντά στο Τελ Αβίβ.
Το πιο γνωστό έργο του Καναφάνι είναι η νουβέλα Άνθρωποι στον ήλιο (μτφρ. Νασίμ Αλάτρας, εκδ. Καστανιώτη), όμως διαβάζοντας κανείς τα διηγήματά του, όπως αυτά που συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών (μτφρ. Νασίμ Αλάτρας, εκδ. Σάλτο), εκπλήσσεται από το βάθος της πολιτικής γραφής του.
Κάποιοι λένε πως η σπουδαία λογοτεχνία έχει πανανθρώπινη σημασία, ξεπερνά τα σύνορα της χώρας προέλευσής της και έχει διάρκεια στον χρόνο. Μπορούμε να αντλήσουμε παρηγοριά από αυτή την άποψη, που φανερώνει κάποια αλήθεια, αρκεί να μην ξεχνάμε πως ο Λογοτεχνικός Κανόνας είναι μια κατασκευή. Ένα έργο εντάσσεται σε αυτόν επειδή κάποιοι κριτικοί, συγγραφείς και εκδότες υποστήριξαν κάποτε πειστικά την αξία του. Εντέλει, δεν γίνεται να διαβάσεις ένα έργο έξω από το ιστορικό του πλαίσιο. Πόσο μάλλον όταν τη στιγμή της ανάγνωσης εξίσου φριχτά γεγονότα με αυτά που σημάδεψαν τη ζωή του συγγραφέα λαμβάνουν χώρα. Από το παραπάνω, επιγραμματικό βιογραφικό σημείωμα του Καναφάνι, συμπεραίνει κανείς πως πρόκειται για έναν δημιουργό αμιγώς πολιτικής λογοτεχνίας. Αυτό, όμως, δεν γίνεται ποτέ εις βάρος των καλλιτεχνικών αξιώσεων του έργου του: ο Καναφάνι δημιουργεί μια μυθοπλασία που έχει τις ρίζες της στη βιωμένη πραγματικότητα. Και κάτι παραπάνω: το σώμα της αποτελείται από υλικά της βιωμένης πραγματικότητας. Πάντοτε, όμως, υπηρετείται η λογοτεχνική αφήγηση.
Σε τι αναφέρονται τα διηγήματα του Καναφάνι; Σε έναν Παλαιστίνιο που αρχικά σχεδιάζει να πάει στις ΗΠΑ για να γλυτώσει από τον διαρκή πόλεμο: «Σκόπευα ν’ αφήσω πίσω μου αυτήν τη Γάζα και να πάω στην Καλιφόρνια, όπου θα ζούσα για τον εαυτό μου, τον εαυτό μου και μόνο, που είχε υποφέρει τόσο πολύ, μισούσα τη Γάζα και όσους ζουν στη Γάζα». (σελ. 25) Εντέλει, όμως, επιστρέφει στην πατρίδα του μετά από τον ακρωτηριασμό της ανιψιάς του, που έχασε το πόδι της σε μια πράξη αλτρουισμού. Σε έναν κουρέα που μετατρέπει την επιχείρησή του σε αποθήκη πυρομαχικών και αποφασίζει να πάρει εκδίκηση μετά από τον χαμό της οικογένειάς του. Σε έναν πατέρα που αποφασίζει να κλέψει τις προμήθειες από τις αποθήκες του Διεθνούς Οργανισμού Βοήθειας εις βάρος των υπόλοιπων προσφύγων· στον Ριγιάντ, που απαρνείται την κομματική του ιδιότητα και αμέσως μετά, μάλλον από τύψεις, ξεσπά στον σερβιτόρο Άμπου Σαλίμ, λέγοντάς του ένα φριχτό ψέμα· σε έναν αετό που επιμένει να επιστρέφει και να κάθεται σε έναν βράχο στη μέση του πουθενά, με τους ντόπιους να κατασκευάζουν σενάρια για τους λόγους που τον κινητοποιούν να γυρνά συνεχώς.
Το πολιτικό στοιχείο
Αυτά είναι κάποια μονάχα από τα πρόσωπα και τα γεγονότα που εμφανίζονται στις ιστορίες του Καναφάνι. Το πολιτικό στοιχείο είναι διαρκώς παρόν. Πώς θα μπορούσε να λείπει, άλλωστε; Στην έκδοση τα διηγήματα ταξινομούνται με βάση το έτος συγγραφής τους –είναι χαρακτηριστικό πως τα πρώτα, τα πιο κοντινά στο ξέσπασμα της Νάκμπα, φαίνεται να είναι γραμμένα εν βρασμώ, με λιγότερους συμβολισμούς, οι οποίοι αυξάνονται στα επόμενα–, λες και εντάσσονται στην κατηγορία της αυτομυθοπλασίας ή της μυθοπλασίας με πραγματικά τεκμήρια. Στο «Ένα φύλλο από την Αλ Τίρα» ανιχνεύεται η εξής συγκλονιστική περιγραφή:
«(…) ποτέ όμως δεν θα μπορέσω να εξηγήσω εκείνο το παράξενο συναίσθημα που με κυρίεψε, όταν είδα μια Εβραία στρατιωτίνα να παίζει με τα γένια του θείου Άμπου Ουθμάν γελώντας (…) Στεκόταν εκεί κρατώντας δίπλα του την τελευταία του κόρη, τη Φάτμε, μια μικρή μελαχρινή που με τα μεγάλα μαύρα μάτια της κοιτούσε την μελαχρινή Εβραία στρατιωτίνα. «Η κόρη σου είναι;» Ο Άμπου Ουθμάν κούνησε το κεφάλι του με αγωνία, τα μάτια του όμως γυάλιζαν με ένα σκοτεινό, παράξενο προαίσθημα, η Εβραία σήκωσε με υπερβολική απλότητα το μικρό πολυβόλο όπλο της και σημάδεψε το κεφάλι της Φάτμε, της μικρής μελαχρινής με εκείνα τα μεγάλα, μαύρα μάτια, τα μονίμως απορημένα». (σελ. 32)
Σε ορισμένα διηγήματα στη συνέχεια αξιοποιούνται περισσότερα συμβολικά στοιχεία. Η φύση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Στο διήγημα που ενέπνευσε τον τίτλο της συλλογής, τα πορτοκάλια «Jaffa», φρούτο με μακρά παράδοση και έμβλημα της παλαιστινιακής ταυτότητας, μαραίνονται ως δια μαγείας όταν η γη αλλάζει χέρια, μετά τον διωγμό των καλλιεργητών της. Σε ένα κατοπινό, η φωτογραφία μιας κουκουβάγιας θυμίζει στον αφηγητή τη νύχτα που έκρυψε ένα σεντούκι με βόμβες. Στο συγκεκριμένο αφήγημα, στην εναρκτήρια παράγραφο αναφέρεται ότι η φωτογραφία ξεχωρίζει για «το κυνήγι του αληθινού βλέμματος της κουκουβάγιας» (σελ. 99). Το αληθινό βλέμμα στη φωτογραφία του περιοδικού, που όμως θυμίζει στον ήρωα τις μάχες και τη ζωή πριν από τον εκτοπισμό.
Η μυθοπλασία και η πραγματικότητα
Η σημασία της οπτικής γωνίας και η μυθοπλασία που καμιά φορά συμπληρώνει ή επισκιάζει τα γεγονότα θίγονται επίσης σε κάποια διηγήματα, όπως στο προαναφερθέν με τον αετό που επιστρέφει σαν από εμμονή στον ίδιο βράχο. Οι ντόπιοι προσπαθούν να εξηγήσουν τη συμπεριφορά του: κάποιος ισχυρίζεται πως το πτηνό γυρίζει στον τόπο όπου πέθανε η μάνα του, περιμένοντάς την, κάποιος άλλος πως ο αετός είναι αετίνα, που ξανάρχεται στο μέρος όπου δυο αρσενικά μονομάχησαν για χάρη της. Μια άλλη εκδοχή ισχυρίζεται πως ο αετός είχε απλώς τη φωλιά του εκεί κάποτε, μέχρι που την άλλαξε, ενώ μια τελευταία πως ο αετός πέθανε επειδή τον δολοφόνησε ένας αστυνομικός καθώς ενοχλούταν από τις κραυγές του. Όταν στο τέλος ο αφηγητής βλέπει τον εδώ και καιρό εξαφανισμένο αετό να ξαναγυρνά στον βράχο και το υποδεικνύει στον συνταξιδιώτη του, ο δεύτερος απαντά:
«Αυτό δεν είναι αετός… Κοίτα καλά… Είναι δέντρο αγριομουριάς που φυτρώνει κάθε άνοιξη πίσω από τον βράχο και μαραίνεται το καλοκαίρι ή το τρώνε τα κουνέλια πριν μαραθεί… (…) Σαν ωριμάσουν τα μούρα, έρχομαι με τους φίλους μου και τα κλέβουμε… Νοστιμότατα είναι…» (σελ. 121)
Η επιστροφή… Είναι αδύνατο να διαβάσεις μια παλαιστινιακή ιστορία με το συγκεκριμένο θέμα και να μην σκεφτείς τη βαρύτητα της συγκεκριμένης λέξης για αυτόν τον λαό.
Υπήρξε ποτέ ο αετός κι αν ναι, θα επιστρέψει; Ή ανέκαθεν η μουριά παραπλανούσε όποιον περνούσε από το σημείο; Η επιστροφή… Είναι αδύνατο να διαβάσεις μια παλαιστινιακή ιστορία με το συγκεκριμένο θέμα και να μην σκεφτείς τη βαρύτητα της συγκεκριμένης λέξης για αυτόν τον λαό. Αντίστοιχη λειτουργία έχει η λέξη «σιωπή», που αναφέρεται σε αρκετά έργα της συλλογής: «Και μια τρομαχτική σιωπή έπεσε σαν σκιά πάνω στις γυναίκες και τους άντρες» (σελ. 34), «… σιωπηλή σαν ένα τσουβάλι σφαίρες» (σελ. 35), «Και το ανυπόφορο της κατάστασης ήταν πως κανένας δεν έβγαζε μιλιά» (σελ. 93), «Δεν θα ήταν πιο σωστό, αφού απέτυχα να φέρω τις παπαρούνες στον τάφο σου… να συνεχίσω τη σιωπή που ξεκίνησε πριν από δώδεκα χρόνια;» (σελ. 107).
Η γλώσσα της φωτιάς
Ακόμα και λεπτομέρειες που σε κάποια παλαιότερη εποχή θα χαρακτηρίζαμε «ηθογραφικές» μοιάζουν να είναι γραμμένες από τη γλώσσα της φωτιάς. Στη Μέση Ανατολή του Καναφάνι, οι καθημερινές συζητήσεις αφορούν επαναστάσεις: «Είσαι χαρούμενος με την επανάσταση, έτσι δεν είναι;» (σελ. 94). Στη Μέση Ανατολή, η ενδυμασία μπορεί να προσαρμοστεί αναλόγως, για να κινηθεί κανείς ταχύτερα:
«Έβγαλε από το κεφάλι του τη μαντίλα και το ουκάλ, ύστερα τύλιξε το ουκάλ στον λαιμό του και έδεσε τη μαντίλα γύρω από τη μέση του, έσκυψε πάλι, σήκωσε την άκρη του κανμπάζ του και το έδεσε στη μέση του, κάτω από τη ζώνη του, αυτό δίνει στον βηματισμό των ποδιών μια άπλα, όταν αρχίζει το τρέξιμο, ενώ η μακριά λευκή περισκελίδα, που είναι στενή κάτω από τα γόνατα, δεν εμποδίζει το τρέξιμο». (σελ. 154)
Για να επανέρθουμε στα περί διαχρονικότητας, ο Γασσάν Καναφάνι πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ένας σύγχρονος κλασικός. Τη δεδομένη στιγμή είναι σημαντικό οι ιστορίες του να διασχίσουν τα σύνορα της χώρας του. Η λογοτεχνία, με τη λοξή ματιά που προσφέρει, έχει τη δύναμη να αφαιρεί την ταμπέλα του «Άλλου», να εμφανίζει πρόσωπα στη συνείδηση, εκεί όπου υπάρχουν απλώς αριθμοί, να κάνει τις φωνές να ακούγονται. Ο μεταφραστής Νασίμ Αλάτρας βοηθά σημαντικά, εξηγώντας στις σημειώσεις του στο τέλος της έκδοσης πολλές αναφορές που οι αναγνώστες στις δυτικές χώρες πιθανώς αγνοούν.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γασσάν Καναφάνι γεννήθηκε το 1936 στην Άκκα της Παλαιστίνης. Έζησε και σπούδασε στο γαλλικό σχολείο Φρερ στη Γιάφα. Έφυγε πρόσφυγας το 1948 στον Λίβανο και μετά έζησε στη Δαμασκό. Σε ηλικία δεκαέξι χρόνων δούλεψε ως διορθωτής λογοτεχνικών κειμένων, ύστερα στη συντακτική επιτροπή της Aλ-Pάι και στο ραδιόφωνο της Συρίας με δικά του προγράμματα. Δίδαξε λογοτεχνία και ζωγραφική στα σχολεία των προσφύγων.
Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Δαμασκού. Tο 1955 πήγε στο Kουβέιτ και δούλεψε σε σχολεία και σε εφημερίδες· εκεί άρχισε να γράφει λογοτεχνικά έργα και το 1958 πήρε το πρώτο βραβείο για το διήγημα «Tο κλεμμένο πουκάμισο». Tο 1960 πήγε στον Λίβανο για να δουλέψει στην εφημερίδα Aλ-Xουρίγιε ως συντάκτης του πολιτιστικού τμήματος. Tο 1963 έγινε αρχισυντάκτης της εφημερίδας Aλ-Mουχάρερ και στη συνέχεια δούλεψε στις εφημερίδες Aλ-Aνουάρ και Aλ-Χαουάντεθ, ως το 1969, που ίδρυσε και ανέλαβε την αρχισυνταξία του περιοδικού του Λαϊκού Mετώπου Aλ-Xάνταφ. Tο 1966 πήρε το βραβείο της «Ένωσης φίλων του βιβλίου στον Λίβανο» για το μυθιστόρημα Ό,τι σας έμεινε, το 1974 πήρε το βραβείο της «Παγκόσμιας Oμοσπονδίας Δημοσιογράφων» και το 1975 πήρε το βραβείο «Λωτς» από την «Ένωση συγγραφέων Aσίας και Aφρικής» για το σύνολο των έργων του. Έγραψε πάνω από εξήντα πέντε διηγήματα, εννέα μυθιστορήματα, τρία θεατρικά, ένα βιβλίο οδοιπορικό και πέντε μελέτες. Tα έργα του μεταφράστηκαν σε πάνω από δεκαοκτώ γλώσσες.
Δολοφονήθηκε στις 08.07.1972 στον Λίβανο σε ηλικία μόλις τριάντα έξι χρόνων, μαζί με την αγαπημένη του ανιψιά Mάις, δεκαεπτά χρόνων, από εκρηκτικό μηχανισμό που είχε τοποθετήσει η μυστική υπηρεσία του Iσραήλ στο αυτοκίνητό του.
Σόλωνας Παπαγεωργίου, δημοσιογράφος και συγγραφέας
Αύγουστος 2025