Μια επανάσταση που πονά – της Άννα Ρόμερτ

Wednesday 06/5/2026

Το πρώτο Σάββατο του 2023, μια συναυλία έφερε κοντά εκατοντάδες νεαρούς ακτιβιστές. Πλήθη χόρευαν σε ένα πάρκο στο βόρειο άκρο του Χαρτούμ, επικίνδυνα κοντά σε κυβερνητικά κτίρια. Πολλοί έφτασαν με μάσκες, φοβούμενοι ότι αστυνομικοί ντυμένοι πολιτικοί –που δεν θα χρειάζονταν καμία δικαιολογία για να τους συλλάβουν– κατασκόπευαν στις γωνίες. «Ολόκληρη η επανάσταση είναι εδώ απόψε», αναφώνησε ο φίλος μου Άνταμ· «αν ο στρατός θέλει να μας λυγίσει, αρκεί να έρθει σε αυτό το πάρτι». Οι κίνδυνοι της συνάθροισης τέθηκαν προσωρινά στην άκρη, λόγω της ευφορίας της συνεύρεσης με συντρόφους με τους οποίους διαδήλωναν συνεχώς για πέντε χρόνια, από το ξέσπασμα της επανάστασης τον Δεκέμβριο του 2018. Σπάνια κατάφερναν να πατήσουν μια παύση, να αγκαλιαστούν, να συνομιλήσουν και να ενημερωθούν.

Νέα σχετικά με τους απόντες ανταλλάσσονταν πάνω από τη μουσική· για εκείνους που είχαν μαρτυρήσει, που είχαν εξαφανιστεί, και που εξακολουθούσαν να κρατούνται χωρίς δίκη. Οι δημιουργικές καλύψεις του προσώπου, συνδυασμένες με σκούρα γυαλιά ηλίου, καπέλα και φούτερ, δεν μπορούσαν να κρύψουν τις πατερίτσες και τις ουλές που αποκάλυπταν χρόνια αντίστασης σε μια βάναυση αυταρχική κυριαρχία. Νεαροί που έμειναν ανάπηροι στα είκοσί τους προκειμένου να απαιτήσουν το τέλος της στρατιωτικής διακυβέρνησης χόρευαν εκείνο το βράδυ κάτω από έναν ουρανό απαλλαγμένο από δακρυγόνα, παρέα με τους Aswat Almedina (Φωνές της Πόλης), ένα συγκρότημα που είχε αναδυθεί από την επανάσταση. Εγώ είχα υποστηρίξει τον αγώνα των φίλων μου από τη Βηρυτό, όπου ζούσα μια διαφορετική εξέγερση και κρίση, και αυτή ήταν η πρώτη μου επιστροφή στο Χαρτούμ από τότε που ο στρατός είχε καταλάβει την εξουσία τον Οκτώβριο του 2021.

Οι μουσικοί ήταν εξίσου απρόθυμοι να αποσυνδέσουν τις κιθάρες τους όσο κι εμείς να φύγουμε από το πάρτι. Υπήρχε η αίσθηση ότι η επανάσταση χρειαζόταν τούτη τη νύχτα απελευθέρωσης και όλοι άραξαν πάνω της. Παρότι η μουσική είχα σταματήσει προ ώρας, ο κόσμος έμεινε, χορεύοντας, καπνίζοντας και πίνοντας στις γωνιές του πάρκου. Τελικά, μια ομάδα από εμάς σταμάτησε ένα ταξί και πολυάριθμοι φίλοι μπήκαν μέσα, χωρώντας σαν τρίλιζα στο ταπεινό εσωτερικό του αυτοκινήτου. Ο Τάρεκ, ένας φίλος, έπεισε τον υπομονετικό νεαρό οδηγό –που μπορεί μια άλλη νύχτα να βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος των διαδηλωτών– να δυναμώσει το ραδιόφωνο. Οδηγήσαμε μέσα από τους ανέγγιχτους και άδειους δρόμους του κέντρου του Χαρτούμ, τραγουδώντας τραγούδια διαμαρτυρίας των Wd Alzain. Τίποτα δεν μπορούσε να μας σταματήσει· έτσι φαινόταν τουλάχιστον, μέχρι που το ταξί σταμάτησε απότομα σε ένα πρόχειρο σημείο ελέγχου το οποίο είχε στήσει μια χούφτα ένοπλων ανδρών από τις παραστρατιωτικές Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF), με σκοπό να αποκλείσει όλους τους δρόμους που οδηγούσαν έξω από το κέντρο της πόλης. Οι νεαροί άνδρες θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι γιοι της γειτονιάς που μας έκαναν φάρσα, ωστόσο λειτουργούσαν με την αυτοπεποίθηση ενός στρατού. Ποιος είναι υπεύθυνος; Πού είναι το κράτος; Μπορεί ο καθένας να στήσει ένα σημείο ελέγχου και να χρεώνει δωροδοκίες για να περάσεις; Η θολωμένη εξουσία φαινόταν, εκ των υστέρων, να προμηνύει αυτό που μόλις τρεις μήνες αργότερα θα εκραγεί σε κλίμακα διακρατικού πολέμου, με τις RSF να μάχονται τις Ένοπλες Δυνάμεις του Σουδάν για τον έλεγχο της χώρας. Οι άνθρωποι που ήταν μαζί μου στο αυτοκίνητο εκείνο το βράδυ είναι τώρα διασκορπισμένοι σε όλο το Σουδάν και στις γειτονικές του χώρες.

Αλλά τον Ιανουάριο, ο κόσμος ακόμα διαδήλωνε. Το Δευτέρα πρωί μετά τη συναυλία, οι άνθρωποι ήταν πίσω στους ίδιους δρόμους, αυτή τη φορά μεταμφιεσμένοι για να διαδηλώσουν, και τρέχοντας όχι ο ένας προς τον άλλον μετά χαρωπής αναγνώρισης, αλλά μακριά από τα δακρυγόνα που ο στρατός συνέχιζε να εκτοξεύει αδιάκοπα εναντίον των πληθών πολιτών. Όταν οι διαδηλώσεις ήταν στο αποκορύφωμά τους, πριν από τη σφαγή υπό την ηγεσία των RSF στο κάθισμα του Ραμαζανιού το 2019, και ξανά ως απάντηση στο στρατιωτικό πραξικόπημα του Οκτωβρίου του 2021, το να ζεις σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης έγινε η νέα κανονικότητα. Οι διαδηλωτές έμαθαν πώς να πλοηγούνται στην πόλη με καινοτόμους τρόπους. Έμαθαν ποιοι δρόμοι προσέφεραν διαφυγή από τα δακρυγόνα, ποιες γωνιές να αποφεύγουν για να μην τους πιάσει ο στρατός που τους κυνηγούσε, σε ποια μαγαζιά να κρύβονται, ποια να αποφεύγουν. Έμαθαν ποιον να εμπιστεύονται και ποιον όχι, και στη διαδικασία επέκτειναν την κοινωνική υποδομή υποστήριξης και αλληλεγγύης της πόλης. Οι επιτροπές αντίστασης στις γειτονιές, μία μοναδική περίπτωση τοπικοποιημένης, μη βίαιης, πολιτικής κινητοποίησης έγιναν ο παλμός της επανάστασης.

Κανείς στις διαδηλώσεις δεν έχει γλιτώσει από τη βία του καθεστώτος και των παραστρατιωτικών παιδιών του. Ένας φίλος έσπασε το πόδι του αφού τον πέταξαν από ένα στρατιωτικό τζιπ εν κινήσει σε πλήρη ταχύτητα. Ένας άλλος φίλος αφηγήθηκε πώς ένα βράδυ, το 2019, ο ίδιος και μια ομάδα συν-διαδηλωτών περιχύθηκαν με βενζίνη από στρατιώτες, οι οποίοι τους έβαλαν σε ένα στενό κελί και τους κορόιδευαν ανάβοντας σπίρτα όλη νύχτα. «Ήταν η μεγαλύτερη νύχτα της ζωής μου», μου είπε ο φίλος· και η πιο ήσυχη, καθώς κρατούσαν την αναπνοή τους, περιμένοντας αυτό που φάνηκε ως η θανατική τους καταδίκη. Γελάει καθώς αφηγείται την εν λόγω ιστορία· ωστόσο, δεν ξέρει πώς γλίτωσαν ζωντανοί. Άλλοι διαδηλωτές υπήρξαν λιγότερο τυχεροί και κατέληξαν στους θαλάμους βασανιστηρίων του Μπασίρ· σε κελιά απομόνωσης τόσο στενά ώστε οι κρατούμενοι αναγκάζονταν να στέκονται όρθιοι και σφηνωμένοι ανάμεσα σε τοίχους, μερικές φορές επί μέρες. Αυτά τα «στοιχειωμένα σπίτια» φέρεται να έχουν εμφανιστεί ξανά, τώρα υπό την εξουσία των RSF.

Μετά από χρόνια διαμαρτυριών ενώ ζούσαν σε μια υπό διεθνείς κυρώσεις, καταρρέουσα κρατική οικονομία, οι περισσότεροι φίλοι μου είχαν χάσει τις δουλειές τους και επιβίωναν από την αμοιβαία βοήθεια οικογενειών και επιτροπών. Τα βράδια που δεν διαδήλωναν, η εξάντλησή τους έβρισκε συντροφιά σε ασφαλή σπίτια τα οποία λειτουργούσαν χάρη σε μέλη των επιτροπών, όπου έπιναν, κάπνιζαν, ξεκουράζονταν, μαγείρευαν και φρόντιζαν ο ένας τον άλλον. Για να διατηρηθεί η ασφάλεια των σπιτιών, «δεν παίρνεις τηλέφωνο από πριν, απλά εμφανίζεσαι», εξήγησε ο φίλος μου Άνταμ. Το τραύμα που είχε συσσωρευτεί από χρόνια εγκλεισμού, βασανιστηρίων και εκτάκτων αναγκών κυρίευε τους φίλους μου κατά τη διάρκεια αυτών των στιγμών ξεκούρασης. Η αίσθηση της συλλογικής εξάντλησης μου θύμισε εκείνο για το οποίο ο Αιγύπτιος πολιτικός ακτιβιστής Αλάα Αμπντέλ Φάταχ είχε προειδοποιήσει τους συντρόφους του στην Πλατεία Ταχρίρ: να μην κρίνουν εκείνους που απελπίζονται σε περιόδους παρατεταμένης εξέγερσης. Η δυσπιστία, όχι η απελπισία, είναι αυτή που σπάει ένα κίνημα. Η απελπισία είναι ένα «φυσικό συναίσθημα» και όχι προδοσία της υπόθεσης περισσότερο απ’ ό,τι η ελπίδα, προειδοποίησε ο Abd el-Fattah από το κελί της φυλακής του στην Αίγυπτο. Αλλά ενθάρρυνε επίσης τους ακτιβιστές παγκοσμίως να μην απομονώνονται στα βάσανά τους· να κάνετε «τον πόνο σας επανάσταση, τα δεινά σας αντίσταση».

Η συνέπεια της διαμαρτυρίας μπορεί να είναι μια σωτηρία ενάντια στην κατάθλιψη, αλλά αν οι πάντες ξεμείνουν από καύσιμα, πώς προχωρά ένα κίνημα; Τον Ιανουάριο, καθώς οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν, οι φίλοι μου στις επιτροπές αντίστασης επέμεναν ακόμα στα τρία «όχι» της επανάστασης απέναντι στη στρατιωτική κυριαρχία —καμία διαπραγμάτευση, καμία συνεργασία και καμία νομιμοποίηση— ακόμα και αν, όπως μου είπαν κάποιοι σε στιγμές ησυχίας, δεν πίστευαν πλέον ότι τα αιτήματά τους δεν θα ικανοποιούνταν. «Ένα ήθος ανθεκτικότητας, ηρωισμού και θυσίας έγινε χαρακτηριστικό γνώρισμα των επιτροπών και της οπτικής τους», έχει παρατηρήσει ο Σουδανός μαρξιστής λόγιος Μαγκντί Ελγκιζούλι· δεν συμμετείχε στις επιτροπές, αλλά ήταν σε διάλογο και αλληλεγγύη μαζί τους καθ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης. «Το κίνημα είναι ηρωικό, αλλά τα μέλη του δεν μπορούν να είναι ήρωες», μου είπε ο Ελγκιζούλι στο τηλέφωνο, όταν μιλήσαμε, τον Ιούνιο του 2023. Και όμως, αυτό ζητείται συχνά από εκείνους.

Από το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων του Σουδάν και των RSF στις 15 Απριλίου φέτος, οι επιτροπές έχουν γίνει βασικό όργανο επιβίωσης για τους αμάχους, οι οποίοι βασίζονται σε αυτές για τη διανομή τροφής, νερού, την εξασφάλιση ιατρικής περίθαλψης και ασφαλούς διόδου. Ο πόλεμος έχει αφήσει το κέντρο του Χαρτούμ άδειο, αλλά η δουλειά τους είναι ακόμα απαραίτητη ούτως ώστε να βοηθούν τους αμάχους οι οποίοι δεν έχουν κανένα άλλο μέρος να πάνε. Οι κάτοικοι ζουν υπό τον τρόμο των αεροπορικών επιδρομών του στρατού και των RSF, που έχουν βιάσει, σκοτώσει και ακρωτηριάσει στο διάβα τους μέσα στην πόλη, λεηλατώντας σπίτια σε τέτοιον βαθμό ώστε τώρα ελέγχουν το 90% της πρωτεύουσας και έχουν καταστρέψει το μεγαλύτερο μέρος της. Σε έναν πόλεμο που έχει εκτοπίσει περισσότερους των τριών εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα σε τέσσερις μήνες, πολλά μέλη των επιτροπών έχουν παραμείνει για να βοηθήσουν.

«Η δουλειά μου είναι εδώ, γιατί να φύγω;» λέει ο Μπαμπικέρ, ένας φίλος, από ένα διαμέρισμα στο Χαρτούμ, όπου αυτός και άλλοι εθελοντές οργανώνουν ιατρική βοήθεια προς διανομή στις γειτονιές, με χρηματοδότηση από τη σουδανική διασπορά. Είναι τα τελευταία εναπομείναντα μέλη των επιτροπών στην πόλη αυτές τις μέρες. Οι γειτονικές επιτροπές ανέλαβαν ιατρικά και επείγοντα καθήκοντα από τότε που τα νοσοκομεία είχαν κρατηθεί όμηρα από τα αντιμαχόμενα μέρη, και μεγάλο μέρος της διεθνούς ανθρωπιστικής βοήθειας είχε εκτραπεί προτού φτάσει στους ανθρώπους που τη χρειάζονταν.

«Η επανάσταση μας έμαθε πώς να οργανωνόμαστε», είπε ο Μπαμπικέρ καθώς πακετάριζε την ιατρική βοήθεια στο σαλόνι του. Η διανομή βοήθειας συνεχίζει το επαναστατικό έργο· δεν είναι μια υποβάθμιση του πολιτικού σε ανθρωπιστικές ανησυχίες. Ενώ η διαμαρτυρία έχει σταματήσει, άλλες ανάγκες καλύπτονται. Στο Ουάντ Μεντάνι, κάτω από τον Νείλο, άλλοι φίλοι μου, που έχουν εκτοπιστεί από το Χαρτούμ, φροντίζουν παιδιά τα οποία έχουν ορφανέψει εξαιτίας του πολέμου. Μέσω αυτής της πολυδιάστατης φροντίδας, οι επιτροπές χτίζουν πάνω σε παραδοσιακές πρακτικές κοινωνικής κινητοποίησης, όπως οι συλλογικότητες αμοιβαίας βοήθειας sanduk και το nafeer — τοπικές μορφές οργάνωσης που, ελλείψει κρατικής πρόνοιας, υπήρξαν ζωτικής σημασίας για τους ανθρώπους ως απάντηση σε ξαφνικούς θανάτους, ασθένειες, πλημμύρες και κρίσεις, τόσο σε επίπεδο χωριού όσο και στη διασπορά.

«Εμείς είμαστε η κρίση!» αναφωνεί ένας ακτιβιστής στην ημιαυτοβιογραφική αφήγηση του Ομάρ Ρόμπερτ Χάμιλτον για την αιγυπτιακή επανάσταση του 2011, αμφισβητώντας τις ενδοκινηματικές εκκλήσεις για διαμόρφωση ενός επίσημου πολιτικού προγράμματος, κάτι που είχε σταθεί εμπόδιο στη μακρόχρονη οργάνωση. Η περιγραφή του για την πολιτική σημασία της φροντίδας και της φιλίας στην οικοδόμηση κινημάτων προσφέρει τοιουτοτρόπως ένα σημείο αναφοράς για τις επιτροπές αντίστασης στο Σουδάν. Τον Απρίλιο του 2022, ακριβώς ένα χρόνο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ο Ελγκιζούλι, σε συνομιλία με τον ακτιβιστή-διανοούμενο Μουζάν Αλνεέλ, προειδοποίησε κατά του «φετιχισμού» και της εξιδανίκευσης των επιτροπών ως μια μοναδική μορφή πολιτικής οργάνωσης. «Επιτροπή» είναι ένας κάπως παραπλανητικός όρος, επεσήμανε ο Ελγκιζούλι όταν μιλήσαμε φέτος, επειδή οδηγεί τους ανθρώπους να περιμένουν τυποποιημένες λύσεις και μεγαλεπίβολα πολιτικά προγράμματα από έναν πολιτικό σχηματισμό που είναι εκ φύσεως αυθόρμητος, οργανικός και ποικιλόμορφος. Οι επιτροπές έχουν δημοσιεύσει τρεις χάρτες, γραμμένους και συζητημένους συλλογικά, αλλά το να τους ζητάμε να παραδώσουν ένα κομματικό πρόγραμμα είναι επιζήμιο για το έργο τους, παρατηρεί ο Ελγκιζούλι. Αν μετράμε την πολιτική με την κλίμακα ενός κόμματος, χάνουμε εύκολα από τα μάτια μας το πώς οι άνθρωποι οργανώνονται αυθόρμητα ώστε να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον μέσα σε κρίσεις.

Αν και το έργο των επιτροπών μπορεί να εντοπιστεί σε μια μακρύτερη ιστορία αλληλοβοήθειας στο Σουδάν, ο ομφάλιος λώρος της πολιτικής κληρονομιάς έχει κοπεί ανάμεσα στη γενιά που διαδηλώνει τώρα και τη γενιά που ήρθε στην εξουσία όταν το Εθνικό Ισλαμικό Μέτωπο έκανε πραξικόπημα το 1989. Οι επιτροπές αναδύθηκαν με την επανάσταση του Δεκεμβρίου 2018, αλλά οι σπόροι τους φυτεύτηκαν από την δεκαετή μη βίαιη οργάνωση επιτροπών από φοιτητικές ομάδες, όπως οι Girifna, οι οποίες αμφισβήτησαν το βάναυσο καθεστώς του Μπασίρ και τιμωρήθηκαν αυστηρά γι’ αυτό. Ερχόμενη στο προσκήνιο με την επανάσταση του 2019, η γενιά τούτη απέδειξε ότι ένα διαφορετικό Σουδάν είναι εφικτό, και οργανώθηκε προς τον εξής σκοπό με τρόπους που ενέπνευσαν έτερους διαδηλωτές, από την Αλγερία και τον Λίβανο μέχρι τους μαύρους διοργανωτές στις ΗΠΑ.

Οι πανεπιστημιουπόλεις του Χαρτούμ, που υπήρξαν ηχηρές τοποθεσίες κινητοποίησης, τότε και σε προηγούμενες φοιτητικές επαναστάσεις στο Σουδάν, έχουν τώρα μετατραπεί σε ερείπια από τη συστηματική καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας από τις RSF. «Δεν υπάρχει προηγούμενο στο Σουδάν όταν μιλάμε για μια ομάδα παραστρατιωτικών μισθοφόρων που ενεργούν ως επόπτες μιας πολιτικής μετάβασης», όπως παρατήρησαν οι Willow Berridge, Raga Makawi και άλλοι συνάδελφοι πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Οι μαχητές των RSF φαίνεται να αναστατώνουν τους οικείους κώδικες πολιτικής ταυτότητας και εξουσίας στο Σουδάν. Στα μέσα ενημέρωσης και στον ακαδημαϊκό λόγο, εμφανίζονται σαν να ήταν πράγματι διάβολοι καβάλα σε άλογα και όχι γιοι της χώρας που χρήζουν ιστορικής ανάλυσης.

Οι RSF είναι ο σχηματισμός διαφορετικών εκλεπτυσμένων φυλών, που πολέμησαν ως Janjaweed (διάβολοι καβάλα σε άλογα) στον βάναυσο πόλεμο του Ομάρ Μπασίρ στο Νταρφούρ. Σκότωσαν και πέθαναν για λογαριασμό του στρατού, αλλά δεν μοιράζονται το προνόμιο με την ελίτ που υπήρξε η ραχοκοκαλιά του καθεστώτος. Οι RSF έχουν εργαλειοποιήσει την κοινωνικοοικονομική τους περιθωριοποίηση προκειμένου να υπερασπιστούν τη λεηλασία ως εκδίκηση εναντίον των πλουσίων των πόλεων, αναφερόμενοι σε μια ταξική-γεωγραφική διαίρεση μεταξύ των παραπόταμων πόλεων και των περιοχών στα δυτικά, του Νταρφούρ και του Κορντοφάν, οι οποίες ιστορικά και αδιαλείπτως πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης (φθηνή εργασία και γεωργική παραγωγή). Ενώ ο ηγέτης τους, ο Χεμέτι, μπορεί να αναπαυτεί στα αποθέματα χρυσού του, πολλοί από τους νεαρούς στρατιώτες του θα ήταν άνεργοι και φτωχοί αν δεν υπήρχε ένας πόλεμος, που καθιστά την εργασία τους περιζήτητη, έστω και αν είναι αναλώσιμοι μπροστά στον στόχο. Οι RSF εμφανίζονται σε αυτό το πλαίσιο ως το λούμπεν προλεταριάτο που μπορεί να εξαγοραστεί για οιονδήποτε πολιτικό στόχο, και που έχει γίνει νεόπλουτο χάρη στη λεηλασία.

«Δεν είναι από εδώ», σχολίασε ο Τάρεκ τη νύχτα που μια συμμορία στρατιωτών των RSF σταμάτησε το αυτοκίνητό μας, αναφερόμενος στην διάλεκτο του στρατιώτη που τον σημάδευε ως εθνοτικά διαφορετικό. Στην πραγματικότητα, πολλοί από τους νεαρούς άνδρες που οι RSF έχουν στρατολογήσει για να σκοτώσουν την επανάσταση προέρχονται από την ίδια γενιά που προέρχονται τα μέλη των επιτροπών αντίστασης, όμως οι δύο πλευρές μάχονται για εντελώς διαφορετικούς κόσμους· οι νεαροί άνδρες των RSF επιδιώκουν τη συσσώρευση κεφαλαίου με κάθε κόστος, ενώ η επανάσταση ζητά οικονομική δικαιοσύνη και λογοδοσία. «Είναι ηλίθιοι», είπε ο Άνταμ καθώς φεύγαμε, «Αλλά είναι επίσης κομμάτι μας».

Anna S. Reumert,

Σεπτέμβρης 2023

[Απαλλοτριωμένο από το περιοδικό Africa is a Country]

share