Φεμινιστικές Λευκές Βόμβες – της Άντζελα Σάινι

Saturday 07/3/2026

Ο ασφυκτικός κλοιός της πατριαρχικής εξουσίας οφείλεται στην τόσο βαθιά εισχώρηση του στους πολιτισμούς μας. Πάνω από όλα, οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα. Αισθανόμαστε την ανάγκη του ανήκειν, να αποτελούμε μέρος μιας ιστορίας, να νιώθουμε ότι η ύπαρξη μας έχει κάποιο νόημα που ξεπερνάει την ατομικότητά μας. Χωρίς κάτι να μας ενώνει με το παρελθόν, δεν έχουμε κανένα σημείο αναφοράς για να χτίσουμε την ταυτότητά μας. Αλλά πού να στραφούμε όταν θέλουμε, μεν, να προστατεύσουμε τους πολιτισμούς μας οι οποίοι αποτελούν, δε, τις ρίζες της καταπίεσης μας;

Ο πολιτικός επιστήμονας Πάρθα Τσάτερτζι (Partha Chatterjee) σημειώνει ότι, στα κινήματα κατά της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία πριν από έναν αιώνα και βάλε, όπως και στο Ιράν μετά την επανάσταση του 1979, υπήρχε ο φόβος ότι οι γυναίκες θα γυρνούσαν την πλάτη στις τοπικές παραδόσεις τους. «Είναι εντυπωσιακό πόσο μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα αφορά την απειλή της δυτικοποίησης των γυναικών της Βεγγάλης», γράφει. Στους άνδρες δόθηκε πολύ μεγαλύτερη ελευθερία να συμπεριφέρονται κατά το δοκούν. Αλλά το εθνικοαπελευθερωτικό σχέδιο θεωρήθηκε ότι κινδύνευε, αν ιδίως οι γυναίκες δεν ενσάρκωναν τις ιδέες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε το έθνος. Ζώντας με γνώμονα τις πολιτισμικές τους παραδόσεις, όσο πατριαρχικές και αν ήταν, απέδειξαν ότι το έθνος αντιστεκόταν στον ξένο έλεγχο. Όσο για τις γυναίκες, αυτό τις «δέσμευε σε μια νέα, αλλά απολύτως αποδεκτή, υποταγή». Όπως έγραψε η φεμινίστρια ακαδημαϊκός από τη Σρι Λάνκα Κουμάρι Τζαγιουαρντένα, οι γυναίκες «εξακολουθούσαν να ενεργούν ως θεματοφύλακες του εθνικού πολιτισμού, της αυτόχθονης θρησκείας και των οικογενειακών παραδόσεων – με άλλα λόγια, να είναι ταυτόχρονα μοντέρνες και παραδοσιακές
Η επιθυμία να στηριζόμαστε σε κάτι μόνιμο, ειδικά όταν μας χτυπάει το εφήμερο της ζωής, είναι αυτή που μας ωθεί να υπερασπιζόμαστε τους πολιτισμούς και τις θρησκείες μας. Με την πάροδο χιλιάδων ετών, αυτά τα τελευταία έχουν μετατραπεί στα αγκυροβόλια μας στον κόσμο. Αυτός είναι, ωστόσο, και ο λόγος που σε στιγμές κρίσης, επανάστασης, αναταραχών ή πολέμου, η πατριαρχική εξουσία διπλασιάζει τις δυνάμεις της.

Στο Αφγανιστάν σήμερα, για παράδειγμα, μολονότι η επιρροή των Ταλιμπάν μπορεί να καταπνίγηκε προσωρινά από τις ξένες δυνάμεις, οι ακτιβίστριες επί του πεδίου έχουν παροτρύνει τον κόσμο να καταλάβει ότι το μόνο που έχουν καταφέρει οι συγκρούσεις και οι καταστροφές, είναι να ενδυναμώσουν τις συντηρητικές φωνές. Αυτές ήταν οι φωνές που υπόσχονταν σταθερότητα μέσα στη δίνη, εκμεταλλευόμενες, όταν οι άνθρωποι ήταν πιο ευάλωτοι, την ανάγκη τους να αισθάνονται ασφαλείς και προστατευμένοι – ενώ παράλληλα περίμεναν από τις γυναίκες να υποταχθούν σε μια μορφή θρησκευτικής πατριαρχίας ακόμη πιο καταπιεστική από εκείνη του Ιράν. «Είδαμε πως η εισβολή και η κατοχή, στην πραγματικότητα, ενδυνάμωσαν τους υπερσυντηρητικούς θύλακες στο Αφγανιστάν, οι οποίοι εξέφρασαν αυτή την πράγματι ισχυρή κραυγή συσπείρωσης για την προάσπιση της χώρας από τους ξένους εισβολείς», δήλωσε η ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών Γίφατ Σάσκιντ (Yifat Susskind) στο περιοδικό The Nation το 2021. Όπως εξηγεί, «δεκαετίες πολέμου δημιούργησαν συνθήκες στην πράξη εχθρικές για την επιτυχία του γυναικείου κινήματος στο Αφγανιστάν».

[…]

Στο βιβλίο της Ενάντια στον Λευκό Φεμινισμό, η νομικός και δημοσιογράφος Ράφια Ζακαρία (Rafia Zakaria) καταγράφει το πόσο κενές είναι τελικά οι υποσχέσεις για παγκόσμια γυναικεία αλληλεγγύη. Η πεποίθηση ότι οι γυναίκες λειτουργούν πάντοτε προς το συμφέρον η μία της άλλης, ότι γνωρίζουν, μάλιστα, ποια είναι αυτά τα συμφέροντα, φαίνεται μάλλον κούφια, ειδικά όσον αφορά χώρες οι οποίες είναι θύματα Δυτικής στρατιωτικής εισβολής. Εάν οι φεμινίστριες της Δύσης κατανοούσαν πραγματικά τις ανάγκες των γυναικών, ισχυρίζεται, θα υποστήριζαν άραγε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ κατά του Αφγανιστάν στο όνομα της ισότητας των φύλων και της γυναικείας χειραφέτησης, όπως έκαναν μερικές εξ αυτών; Φαντάστηκαν ότι οι Αφγανές ήθελαν, περισσότερο από οτιδήποτε, να απαλλαγούν από τον πατριαρχικό έλεγχο, ενώ εκείνο που ήθελαν τότε –όπως ο οποιοσδήποτε σε αντίστοιχη θέση– ήταν να απαλλαγούν από τον πόλεμο. «Το ασήμαντο γεγονός των καταστροφικών βομβαρδισμών που άφησαν πίσω τους χιλιάδες νεκρούς και ακόμα περισσότερους ανάπηρους, χώρισαν οικογένειες για πάντα και διέλυσαν ζωές, ήταν απαραίτητα για να επιτευχθεί το λαμπερό φεμινιστικό αφήγημα», γράφει η Ζακαρία. Απέτυχαν να παραδεχθούν ότι «οι γυναίκες στο Αφγανιστάν είναι αδιάρρηκτα δεμένες με τους άντρες», εξηγεί. Στον πόλεμο δεν ήταν ο εχθρός τους – ήταν σύζυγοι, αδερφοί και υιοί.

Ένας από τους λόγους για τους οποίους η οικογένεια της Μερνίσι προσκολλήθηκε στις παραδόσεις της ήταν ότι το Μαρόκο αποτελούσε επί μακρόν στόχο των ξένων δυνάμεων που εποφθαλμιούσαν να αποικίσουν τη χώρα. Στο σπίτι της, το βάρος της διατήρησης των παραδόσεων έπεφτε στις γυναίκες. Οι ιδιωτικές τους ανάγκες και επιθυμίες ήταν ασήμαντες εκείνη την περίοδο, όταν έπρεπε να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η δικαιολογία του πατέρα της που αρνούνταν την απομάκρυνση από το χαρέμι, παρά τις ικεσίες της μητέρας της, ήταν το γνωστό επιχείρημα: η παράδοση. «Ζούμε σε δύσκολους καιρούς, η χώρα βρίσκεται υπό ξένη κατοχή, ο πολιτισμός μας απειλείται», της έλεγε.

«Οι παραδόσεις μας είναι ό,τι μας έχει απομείνει.»

 

Άντζελα Σάινι

[Από το βιβλίο Η Πατριαρχία, σελ 292-293 και 297-298. Η φωτογραφία είναι από την κηδεία για τα 162 κορίτσια και δασκάλες που δολοφονήθηκαν σε σχολείο στο Ιράν από το φεμινιστικό δίδυμο ΗΠΑ-Ισραήλ.]

share