Το παραμύθι της διαχείρισης των συνόρων – του Σοφιάν Φίλιπ Νασέρ
Δευτέρα 25/5/2026Δεν λείπουν οι έντονες φωνές που συνεχίζουν να μας υπενθυμίζουν ότι η «ευημερία και η πρόοδος» της Ευρώπης οικοδομήθηκαν κατά την αποικιακή εποχή εις βάρος των Κολασμένων της Γης, όπως το έθεσε ο Φραντς Φανόν το 1961, και πώς αυτή η συστηματική εκμετάλλευση συνεχίζεται έκτοτε, μετά τη λεγόμενη «αποαποικιοποίηση». Ή, όπως έγραψε ο Ngũgĩ wa Thiong’o στη συλλογή δοκιμίων του Decolonizing the Mind το 1987: «Οι φυσικοί και ανθρώπινοι πόροι της Αφρικής συνεχίζουν να αναπτύσσουν την Ευρώπη και την Αμερική, αλλά η Αφρική αναγκάζεται να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια από τα ίδια κέντρα τα οποία εξακολουθούν να κάθονται στην πλάτη της ηπείρου».
Σήμερα, σχεδόν 40 χρόνια μετά τη δημοσίευσή του, ελάχιστα έχουν αλλάξει, τουλάχιστον κατ’ αρχήν. Μόνο τα εργαλεία, οι αφηγήσεις και οι ορολογίες που εφαρμόζονται για τη διατήρηση και την αναπαραγωγή αυτής της εξορυκτικής/εκμεταλλευτικής τάξης πραγμάτων έχουν εξελιχθεί. Ένας από τους βασικούς τομείς στους οποίους βλέπουμε να αρθρώνεται σήμερα η διατήρηση και η αναπαραγωγή αυτής της τάξης πραγμάτων είναι η μετανάστευση.
Το κύριο πολιτικό πλαίσιο από αυτή την άποψη είναι αυτό που οι κυβερνήσεις και μια τεράστια γκάμα υπηρεσιών του ΟΗΕ, ΜΚΟ, ιδιωτικών εργολάβων και μέσων ενημέρωσης συνήθως αναφέρουν ως «διαχείριση της μετανάστευσης», «διαχείριση των συνόρων» ή «μεταναστευτική διακυβέρνηση». Και οι τρεις έννοιες ανακαλούνται ανελέητα σε ομιλίες, δηλώσεις και άλλες μορφές κυβερνητικών δημοσίων σχέσεων, διατηρώντας ωστόσο πάντα μια τεχνική, αποπολιτικοποιημένη χροιά. Το επικοινωνιακό τέχνασμα της «διαχείρισης» και το σύνθημα «ασφαλής, εύτακτη και θεσμοθετημένη μετανάστευση» δεν είναι, ωστόσο, τίποτα άλλο παρά απατηλά προπετάσματα καπνού για την καταστολή, τον περιορισμό, το φιλτράρισμα και τη φυλετικοποίηση (racialization) της μετανάστευσης σύμφωνα με τις ανάγκες των μητροπολιτικών οικονομιών και τα πολιτικά συμφέροντα των ελίτ στον Παγκόσμιο Βορρά και Νότο.
Από τη δεκαετία του 1990, οι Βόρειοι (νεο)φιλελεύθεροι, ενστερνιζόμενοι, αρχικά σταδιακά και πλέον πλήρως, την έννοια της «διαχείρισης της μετανάστευσης», ενέταξαν με επιτυχία στον κυρίαρχο λόγο τη συγχώνευση πολιτικών για τη στρατιωτικοποίηση των συνόρων, τον έλεγχο των ανθρώπινων μετακινήσεων, το άδειασμα του διεθνούς δικαίου από το περιεχόμενό του και την αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού με μια ενιαία, νεοαποικιακή ιδέα.
Τα μέτρα που θεωρούνται μέρος αυτής της ιδέας ποικίλλουν από την ανέγερση ορατών ή αόρατων φραχτών και τειχών έως τη συλλογή δεδομένων, από τις απελάσεις έως τα προγράμματα πρόσληψης εργατικού δυναμικού και από την «αναπτυξιακή βοήθεια» έως μια σχεδόν ατέρμονη ροή έργων «ενίσχυσης δυνατοτήτων» (capacity building).
Ή σε πιο συγκεκριμένους όρους, κυμαίνονται από το διαβόητο «Σχέδιο Ρουάντα» του Ηνωμένου Βασιλείου έως τις συμφωνίες πρόσληψης εργατικού δυναμικού μεταξύ κυβερνήσεων του Βορρά και του Νότου· από την προμήθεια εξοπλισμού στη λεγόμενη «Λιβυκή Ακτοφυλακή» από ευρωπαϊκά κράτη έως τη μεγάλης κλίμακας συλλογή βιομετρικών δεδομένων σε αεροδρόμια της Σενεγάλης ή των ΗΠΑ· από εταιρικά κέντρα διεκπεραίωσης θεωρήσεων (βίζα) στην Μποτσουάνα ή τη Νότια Αφρική έως την «βοήθεια» αστυνομικής εκπαίδευσης για τις αρχές στην Γκάνα, τον Λίβανο ή την Ακτή Ελεφαντοστού· από την υποστήριξη της ΕΕ για την υιοθέτηση νόμων κατά της εμπορίας ανθρώπων ή του ασύλου στην Αίγυπτο έως την προώθηση «συνεργασίες ταλέντων» (talent partnerships) στο Μπανγκλαντές ή το Μαρόκο· από τα χρηματοδοτούμενα από την Κανμπέρα εξωχώρια κέντρα κράτησης μεταναστών στο Ναούρου ή την Παπούα Νέα Γουινέα έως «αναπτυξιακά» έργα που στοχεύουν στη βελτίωση της πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη και πόσιμο νερό στην Μπουρκίνα Φάσο· και από την ανάπτυξη αξιωματικών μετανάστευσης δεύτερης γραμμής σε αεροδρόμια της Αλγερίας ή του Πακιστάν έως έρευνες για τη διεθνή μετανάστευση στην Τυνησία.
(Νεο)αποικιακές συνέχειες
Η διαχείριση της μετανάστευσης είναι, εν συντομία, ένα μείγμα τακτικών καταστολής (counterinsurgency) και εξορυκτικής/εκμεταλλευτικής διακυβέρνησης, μια συγχώνευση αυτοκρατορικής ειρήνευσης και ημιτυποποιημένης λεηλασίας, και μια εργαλειοθήκη εξοπλισμένη με μαστίγια και καρότα που επιβάλλεται σε φυλετικοποιημένους πληθυσμούς για την εμπορευματοποίηση της κινητικότητας και την πειθάρχηση των «κολασμένων».
Ωστόσο, πολλές από αυτές τις πολιτικές, τακτικές ή ημι-τυποποιημένες συνταγές κάθε άλλο παρά νέες είναι και ακολουθούν μια αποικιακή λογική. Οι ρίζες τους μπορούν συχνά, με αποτρόπαιο τρόπο, να ανιχνευθούν πίσω στην αποικιακή εποχή, όπως εικονογραφείται παραστατικά από την έρευνα του Yazid Benhadda για το πώς η γαλλική αυτοκρατορική διοίκηση κατηύθυνε τη μαροκινή μετανάστευση «απαγορεύοντας ή ρυθμίζοντας την κινητικότητα» προς τη Γαλλία από τη δεκαετία του 1920, ή από την πρόσφατη προσέγγιση του Ntsika Dapo για το Africa is a country σχετικά με το πώς οι αποικιακές αυτοκρατορίες κατασκεύαζαν και κατηύθυναν την ταυτότητα και την εργασία σε ολόκληρη την Αφρική.
Αρχικά καλλιεργούμενη από τα αγγλόφωνα κράτη του Βορρά ως τεχνική διακυβέρνησης, οι Ευρωπαίοι φιλελεύθεροι αναδιαμόρφωσαν την έννοια και μετέτρεψαν την πρόσληψη εργατικού δυναμικού σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της, αποκαλώντας την έκτοτε, σε μεγάλο βαθμό, «διαχείριση των συνόρων και της μετανάστευσης». Και η Αφρική είναι ένα από τα κύρια πεδία δράσης για τους υποστηρικτές αυτής της ιδέας σήμερα. Οι κύριοι χρηματοδότες των σχετικών έργων είναι τα κράτη του Βορρά, ενώ με την υλοποίησή τους είναι επιφορτισμένες κρατικές υπηρεσίες, ΜΚΟ παροχής βοήθειας, ιδιώτες εργολάβοι και υπερεθνικοί φορείς όπως ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), η γερμανική υπηρεσία ανάπτυξης GIZ ή το Διεθνές Κέντρο για την Ανάπτυξη Μεταναστευτικής Πολιτικής (ICMPD). Τα εργαλεία που εφαρμόζονται για την προώθηση και τη διάδοση αυτής της έννοιας σε όλο τον κόσμο είναι ποικίλα, ωστόσο δύο από τα πιο επιδραστικά είναι η εκπαίδευση στην επικοινωνία και στα μέσα ενημέρωσης και τα φόρουμ διακυβερνητικού διαλόγου.

Τον Οκτώβριο του 2025, η Αφρικανική Επιτροπή δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο εκπαίδευσης 200 σελίδων για τη μεταναστευτική διακυβέρνηση, το οποίο απευθύνεται σε επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης και προσωπικό επικοινωνίας ΜΚΟ σε ολόκληρη την ήπειρο. Το έγγραφο, το οποίο συντάχθηκε από το ICMPD, ισχυρίζεται ότι στοχεύει στην ενίσχυση των «σωστών» ρεπορτάζ πάνω στη μετανάστευση «από μια θέση γνώσης και γεγονότων, αντί να βασίζεται απλώς σε πληροφορίες από ειδησεογραφικά πρακτορεία άλλων περιοχών». Διάφορα παρόμοια εγχειρίδια που στοχεύουν δημοσιογράφους ή την κοινωνία των πολιτών είχαν ήδη κυκλοφορήσει την περασμένη δεκαετία, είτε από οργανισμούς όπως ο ΔΟΜ είτε από ακαδημίες μέσων ενημέρωσης του Βορρά, για τη διάδοση της ορολογίας της «διαχείρισης» σε όλον τον Νότο.
Τούτος ο τελευταίος εκπαιδευτικός οδηγός αποτελεί, επομένως, απλώς μια υπενθύμιση της επικρατούσας προσπάθειας της βιομηχανίας του συνοριακού καθεστώτος να χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο την Αφρικανική Ένωση ως αγωγό, καθώς η δημοσίευση του εγχειριδίου είναι βέβαιο ότι θα ακολουθηθεί από ένα νέο κύμα εργαστηρίων (χρηματοδοτούμενων από την ΕΕ) για προσωπικό μέσων ενημέρωσης και δημοσίων σχέσεων, που έχουν στηθεί για να σφυρηλατήσουν μια προσανατολισμένη στην τάξη και εμπορευματοποιημένη αντίληψη της μετανάστευσης στο μυαλό των ανθρώπων.
Τα φόρουμ διακυβερνητικού διαλόγου χρησιμοποιούνται, εν τω μεταξύ, για να δελεάσουν κυβερνητικούς αξιωματούχους και κοινωνικούς φορείς της μετανάστευσης σε –σύμφωνα με ένα άρθρο στην πλατφόρμα Refugees4Refugees– «έναν προσχηματικό αγώνα δρόμου για συνεργασία», οι οποίοι, με τη σειρά τους, «γίνονται συνένοχοι σε προγράμματα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της εξωτερίκευσης του συνοριακού ελέγχου της ΕΕ». Από τη δεκαετία του 1990, οι κυβερνήσεις του Βορρά χρηματοδοτούν τη δημιουργία και τη λειτουργία μιας τεράστιας ημιθεσμοποιημένης συνεδριακής αρχιτεκτονικής που διευκολύνει τις ανεπίσημες, μη δημόσιες διαβουλεύσεις για τις μεταναστευτικές δυναμικές και πολιτικές μεταξύ κρατών στον Παγκόσμιο Νότο και Βορρά.
Το πρώτο τέτοιο φόρουμ που δημιουργήθηκε ήταν η υπό τη διοργάνωση του ICMPD Διαδικασία της Βουδαπέστης (Budapest Process). Πρωτοκαθιερώθηκε το 1993 και αφορά 52 κράτη σε όλη την Ευρώπη και την Ασία. Ενώ η Διαδικασία του Μπαλί (Bali Process), ο Διάλογος του Άμπου Ντάμπι (Abu Dhabi Dialogue) και η Διαδικασία της Πράγας (Prague Process) στοχεύουν κυρίως στην Ασία, τρία επιπλέον φόρουμ εμπλέκουν αφρικανικές κυβερνήσεις: ο Μεταναστευτικός Διάλογος για τη Νότια Αφρική (Migration Dialogue for Southern Africa) που ιδρύθηκε το 2000 από τον ΔΟΜ και περιλαμβάνει τα 16 μέλη της Κοινότητας για την Ανάπτυξη της Νότιας Αφρικής (SADC) και εννέα παρατηρητές, συμπεριλαμβανομένου του Καναδά, της Αυστραλίας, των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου· η Διαδικασία του Ραμπάτ (Rabat Process) που διοργανώνεται από το ICMPD από το 2006 και συγκεντρώνει 57 κυβερνήσεις από την Ευρώπη και τη δυτική Αφρική· και από το 2014, η Διαδικασία του Χαρτούμ (Khartoum Process) που διοικείται από το ICMPD, στοχεύοντας κυρίως σε κυβερνήσεις στη βόρεια και ανατολική Αφρική.
Τροποποιήσεις νόμων, ταξιδιωτικοί κανονισμοί και αστυνομικές πρακτικές που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων συζητούνται σε αυτά τα φόρουμ χωρίς καμία διαφάνεια ή δημόσιο έλεγχο. Ο αντίκτυπος αυτών των διαλόγων σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υποτιμάται, δεδομένου ότι οι ανεπίσημες διαβουλεύσεις μεταξύ κυβερνήσεων συχνά προηγούνται της υιοθέτησης ή της εφαρμογής συγκεκριμένων πολιτικών, όπως επεσήμανε ο Fabian Georgi σε μια πρώιμη έρευνα για το ICMPD.
Η επιστροφή της ειρήνευσης (pacification)
Ωστόσο, η διαχείριση που προμοτάρεται εδώ θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί μια αναστημένη παραλλαγή τακτικών καταστολής του αντάρτικου και εξεγέρσεων (counterinsurgency) και ειρήνευσης· τακτικών που είχαν ήδη δοκιμαστεί στους αποικιακούς χρόνους με τη μορφή μιας «αποικιακής διαχείρισης της μετανάστευσης», η οποία επιβαλλόταν πάντα «προς εξυπηρέτηση της μητρόπολης», όπως το θέτουν οι Wael Garnaoui και Montassir Sakhi στην περίπτωση της βόρειας Αφρικής. Οι εν λόγω τακτικές έχουν πλέον μορφοποιηθεί σε ανασχεδιασμένες πρακτικές που εφαρμόζονται ευρέως σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Βορρά και Νότο για να δικαιολογήσουν τη φυλετική αστυνόμευση, αλλά και για να συγκαλύψουν τον τρόπο με τον οποίον η λεηλασία του Νότου συνεχίζει να τροφοδοτεί τις ανισότητες πλούτου και την ανέγερση αμέτρητων τειχών και φραχτών.
Από αυτή την άποψη, η πρόσφατη προσέγγιση του Μαρκ Νεοκλέους για την ιστορία της αστυνομικής εξουσίας αποδεικνύεται αποκαλυπτική, καθώς η διπλή στρατηγική της ταυτόχρονης εφαρμογής βίας και της υπόσχεσης για ανάπτυξη με σκοπό τη συντριβή της αντίστασης και την επιτυχή καθυπόταξη ενός πληθυσμού είναι εγγενής τόσο στις τακτικές «καταστολής εξεγέρσεων» όσο και στις τακτικές «ειρήνευσης» – όπως είναι, επίσης, και στην έννοια της διαχείρισης της μετανάστευσης.
Στο βιβλίο του Pacification: Social war and the power of police, ο Neocleous χρησιμοποιεί «την έννοια της ειρήνευσης για να αποτυπώσει τους τρόπους με τους οποίους συγκροτείται η καπιταλιστική τάξη, κατασκευάζεται η μισθωτή εργασία, δημιουργούνται υπάκουα υποκείμενα και αστυνομεύεται η επικυριαρχία, καθιστώντας το σύγχρονο κράτος μια μηχανή ειρήνευσης». Σύμφωνα με τον ίδιο, «η καταστολή του αντάρτικου/των εξεγέρσεων είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους εντοπίζουμε να αρθρώνεται ο λόγος της ειρήνευσης», ένας λόγος που βλέπει πάντα με καχυποψία τους «περιπλανώμενους φτωχούς», μια «ομάδα ανθρώπων “χωρίς αφέντη” (masterless) που συνδέεται αδιάλειπτα με την εξέγερση, που φαίνεται να βρίσκεται μακριά από την εμβέλεια του νόμου και πέρα από τις μορφές καταναγκαστικού ελέγχου που θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στη θέση τους». Όπως είναι φυσικό, οι άνθρωποι «χωρίς αφέντη» «θα γίνονταν, όπως και παραμένουν, βασικό αντικείμενο ειρήνευσης».
Ο Neocleous δίνει παραδείγματα για τις αναλύσεις του σχετικά με την καταστολή των εξεγέρσεων/αντάρτικου και την ειρήνευση δια κρατικών τακτικών, οι οποίες αποσκοπούσαν στη διατήρηση της αυτοκρατορικής κυριαρχίας ασκώντας βία και ταυτόχρονα προσφέροντας δολώματα. Αναφέρεται στον πόλεμο των ΗΠΑ στο Βιετνάμ ή στην προσπάθεια του γαλλικού αποικιακού στρατού «να κερδίσει τον πληθυσμό» στην Αλγερία τη δεκαετία του 1950 για να διατηρήσει τον (νεο)αποικιακό έλεγχο πλαισιώνοντας τη στρατιωτική του κτηνωδία με υποσχέσεις για εκσυγχρονισμό.
Το σημερινό δόγμα διαχείρισης της μετανάστευσης ακολουθεί μια παρόμοια λογική, καθώς η ιδέα είναι σταθερά ριζωμένη σε μια συγκρίσιμη διπλή προσέγγιση που συνεπάγεται, από τη μία πλευρά, τον περιορισμό των μετακινήσεων με την εφαρμογή βίας –ιδίως μέσω της αστυνομικής συνεργασίας και των απελάσεων– και, από την άλλη, τον περιορισμό και την εμπορευματοποίηση της κινητικότητας προσφέροντας ανάπτυξη και «νόμιμες οδούς». Ωστόσο, το να «κερδίσεις» έναν πληθυσμό σήμερα σημαίνει, πάνω απ’ όλα, να κατευθύνεις, να ρυθμίζεις και να τυποποιείς την κινητικότητα και να καταστέλλεις τις πιθανές (αν)επιθυμητές μετακινήσεις.
Αυτό γίνεται με την επιβολή καθεστώτων θεωρήσεων (βίζα) και απελάσεων, τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων που στοχεύουν στην συγκράτηση [των δυνάμει μεταναστών], ή με την εργαλειοποίηση των υποσχέσεων για νόμιμες οδούς προκειμένου να εξαναγκαστούν οι κυβερνήσεις του Νότου είτε να περιορίσουν τις μετακινήσεις είτε να βοηθήσουν στην εξαγωγή του ίδιου του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού που, κατά περιόδους, είναι απαραίτητο στη μητροπολιτική ή υπο-μητροπολιτική οικονομία.
Εν ολίγοις, η αναπτυξιακή βοήθεια είναι ειρήνευση καθώς στοχεύει στην καταστολή της πιθανής κινητικότητας. Τα καθεστώτα θεωρήσεων είναι ειρήνευση καθώς αναγκάζουν τους ανθρώπους να συμμορφώνονται με ταπεινωτικές διαδικασίες προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε περιφραγμένες κοινότητες ή φρούρια. Η φυλετικοποιημένη αστυνόμευση είναι καταστολή αντάρτικου/εξεγέρσεων, καθώς όσοι θεωρούνται παράνομοι αντιμετωπίζονται ως αντάρτες/εξεγερμένοι, στην πραγματικότητα, ως άνθρωποι «χωρίς αφέντη».
Η δαιμονοποίηση και η ποινικοποίηση όσων θεωρούνται «άτυποι», εν τω μεταξύ, πάει χέρι-χέρι με την επέκταση των προσλήψεων εργατικού δυναμικού. Η αναπτυξιακή συνιστώσα της διαχειριστικής προσέγγισης, η οποία συνήθως μεταμφιέζεται σε «καταπολέμηση των βαθύτερων αιτιών της παράτυπης μετανάστευσης», και η προώθηση νόμιμων οδών είναι, εξίσου, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και τέτοια προγράμματα πρόσληψης εργατικού δυναμικού ξεφυτρώνουν για άλλη μια φορά σαν μανιτάρια σε όλο τον κόσμο.
Τα εν λόγω σχήματα –από εκστρατείες για την προσέλκυση ιατρικού προσωπικού από την Τυνησία στον τομέα της υγείας στη Γερμανία ή τη Γαλλία έως την πρόσληψη οικιακών βοηθών από τη Σαουδική Αραβία ώς την Αιθιοπία– γιορτάζονται ξανά και ξανά από τις κυβερνήσεις στο Ναϊρόμπι ή στο Κάιρο επειδή φέρνουν εμβάσματα, αλλά είναι, στην πραγματικότητα, σύμβολα του νεοαποικιακού εξορυκτισμού/εκμεταλλευτισμού της εποχής μας.
Ωστόσο, όπως τονίζει ο Neocleous, «το τείχος αφορά λιγότερο την ένταξη ή τον αποκλεισμό και περισσότερο την αστυνόμευση της μετακίνησης». Πράγματι, τα συνοριακά καθεστώτα στην Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική, αλλά και στη Νότια Αφρική, τη Λιβύη ή την Αλγερία, πάντα έσφιγγαν ή χαλάρωναν τους μεταναστευτικούς κανονισμούς και την καταστολή της κινητικότητας των μεταναστών ανάλογα με τη μεταβαλλόμενη ζήτηση για ένα υπερεκμεταλλεύσιμο και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.
Ωστόσο, μέχρι σήμερα, ο υποκείμενος μοχλός της ιεράρχησης των μετακινήσεων των ανθρώπων στην Αφρική είναι η κληρονομιά του τρόπου με τον οποίο η αποικιοκρατία «εργαλειοποίησε τη διαφορά». Οι μεταποικιακές ελίτ ενστερνίστηκαν απροκάλυπτα και εξακολουθούν να ενστερνίζονται τον εθνικισμό ως φάρμακο για να διατηρήσουν την εξουσία τους. Ωστόσο, στην Αφρική, αυτός ο εθνικισμός, σύμφωνα με τον Dapo, εμφανίζεται «τις περισσότερες φορές» ως «μια κρατική ιδεολογία σχεδιασμένη να διαχειρίζεται την εργασία και να διατηρεί την τάξη» και είναι ριζωμένος στους «έντονους διαχωρισμούς μεταξύ πολιτών εργατών και μη πολιτών εργατών».
Από τον αντικομμουνισμό στον πόλεμο κατά της μετανάστευσης
Η αυξανόμενη εμμονή με τη διαχείριση της μετανάστευσης σε ολόκληρη την ήπειρο σήμερα υλοποιείται σε ένα πλαίσιο στο οποίο ελάχιστη φαντασία πέρα από το έθνος-κράτος επιτρέπεται να ευδοκιμήσει καθώς, τελικά, η εμπορευματοποίηση της κινητικότητας και της εργασίας όχι μόνο εξυπηρετεί τη συσσώρευση κεφαλαίου και γνώσης στον Βορρά, αλλά βρίσκει επίσης γόνιμο έδαφος στις αφρικανικές πρωτεύουσες. Σε τελευταία ανάλυση, ο βασικός πυλώνας της διαχείρισης των συνόρων –η αστυνομική συνεργασία μεταξύ των κρατών του Βορρά και του Νότου– όχι μόνο παρέχει τον έλεγχο και τον περιορισμό των ανθρώπινων μετακινήσεων, αλλά διατηρεί επίσης τις ελίτ στη θέση τους.
Το 1961, ο Φανόν είχε ήδη καταστήσει σαφές: «Ο στρατός και η αστυνομία αποτελούν τους πυλώνες του καθεστώτος· ένας στρατός και μια αστυνομική δύναμη που συμβουλεύονται από ξένους εμπειρογνώμονες». Η διαχείριση της μετανάστευσης, ωστόσο, είναι μόνο η τελευταία παραλλαγή της καταστολής εξεγέρσεων/αντάρτικου μέσω αντιπροσώπων (counterinsurgency-by-proxy), αφότου η κατάρρευση των αυτοκρατοριών της Ευρώπης μεταμορφώθηκε σε μια νέα, νεοαποικιακή διευθέτηση. Σε αυτή τη διευθέτηση, ο έλεγχος του πληθυσμού, η δημόσια τάξη και η εξόρυξη πόρων στον Νότο έπρεπε να διατηρηθούν μέσω της αστυνομικής υποστήριξης από τον πρώην κυρίαρχο, ενώ οι αφηγήσεις για τη δικαιολόγηση και τη διευκόλυνση αυτής της νέας τάξης πραγμάτων εξελίσσονταν επανειλημμένα.
Στη δεκαετία του 1940, το κύριο προπέτασμα καπνού για τις κυβερνήσεις του Βορρά προκειμένου να διατηρήσουν την αστυνομική και στρατιωτική υποστήριξη προς τον Σάχη Ρεζά Παχλαβί στο Ιράν, τον Αουγκούστο Πινοτσέτ στη Χιλή ή τον Ζοζέφ-Ντεζιρέ Μομπούτο στο Κονγκό ήταν η σθεναρή αντίθεσή τους στην ευθυγράμμιση με τη Σοβιετική Ένωση. Για τις επόμενες δεκαετίες, ο αντικομμουνισμός και η υποτιθέμενη απειλή της ανατολικής ευθυγράμμισης παρέμειναν η κύρια αμφίεση για τις κυβερνήσεις του Βορρά ώστε να παρέχουν στους συμμάχους τους, σε αποαποικιοποιημένες πλέον χώρες, αστυνομικό και στρατιωτικό υλικό για τη διατήρηση αυτής της νέας τάξης πραγμάτων.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» της κυβέρνησης των ΗΠΑ άρχισε σταδιακά να αντικαθιστά τον αντικομμουνισμό ως το τέχνασμα για τη διοχέτευση αστυνομικού εξοπλισμού προς τις συμμαχικές ελίτ. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το παραμύθι του πολέμου κατά των ναρκωτικών αντικαταστάθηκε από τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», παρέχοντας στις κυβερνήσεις μια ακόμη πιο αποτελεσματική δικαιολόγηση για τη στρατιωτικοποίηση και την περαιτέρω φυλετικοποίηση της αστυνόμευσης σε όλο τον κόσμο. Τελικά, η «μεταναστευτική κρίση» του 2015 στην Ευρώπη άλλαξε, για πολλοστή φορά, τη ρητορική, οδηγώντας έκτοτε σε τεράστιες παραδόσεις αστυνομικού εξοπλισμού και τεχνολογίας επιτήρησης από τις βόρειες κυβερνήσεις προς τις αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις και τις ακτοφυλακές σε όλον τον Νότο, κάτι που δικαιολογείται αδιάκοπα με την «καταπολέμηση της παράτυπης μετανάστευσης».
Με τη σειρά του, το πιο αποτελεσματικό εγχειρίδιο που μπορούν να ακολουθήσουν οι ελίτ και τα καθεστώτα του Νότου για να εφοδιάσουν τις δυνάμεις ασφαλείας τους με σύγχρονο εξοπλισμό και εκπαίδευση, και να διατηρήσουν την συχνά αδιαμφισβήτητη εξουσία τους, είναι να αντλούν πόρους από τα συνεχώς αυξανόμενα κονδύλια διαχείρισης των συνόρων που θεσπίζουν τα κράτη του Βορρά, το ICMPD ή οι υπηρεσίες του ΟΗΕ.
Με αυτά τα κονδύλια, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν παράσχει στις ακτοφυλακές της Αιγύπτου, της Τυνησίας, του Μαρόκου και της Σενεγάλης περιπολικά σκάφη ή υλικό επιτήρησης, σε φορείς ασφάλειας των συνόρων στην Γκάνα, την Ακτή Ελεφαντοστού, τον Νίγηρα και την Αλγερία αστυνομικό εξοπλισμό, και σε αεροδρομιακές αρχές σε όλο τον κόσμο εργαλεία συλλογής βιομετρικών δεδομένων και άλλον εξοπλισμό. Ακόμη και η διαβόητη πολιτοφυλακή Τζαντζαουίντ (Janjaweed), γνωστή ως Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (Rapid Support Forces), η οποία την παρούσα στιγμή διεξάγει μια ακόμα αιματηρή γενοκτονία στο Νταρφούρ, έχει εξοπλιστεί μέσω διάφορων «πρότζεκτ διαχείρισης συνόρων» της ΕΕ.
Με λίγα λόγια, η διαχείριση της μετανάστευσης δεν κάνει τη μετανάστευση ασφαλή, αλλά κάνει τη λεηλασία των ορυκτών και ανθρώπινων πόρων να ευημερεί, τις φυλετικές διαιρέσεις να ανθούν και την ανάδυση περιφραγμένων οχυρών να εξελίσσεται. Ωστόσο, αν θέλαμε να πάρουμε στα σοβαρά την έκκληση του Mbaye Bashir Lo για αυτοκυβέρνηση, απελευθέρωση και δικαιοσύνη πέρα από την τυπική ανεξαρτησία της σημαίας (flag independence), η διαχείριση των συνόρων και όσων τα διασχίζουν σίγουρα δεν θα έπρεπε να είναι στην ημερήσια διάταξη. Αντίθετα, μια επιστροφή στο ανυπότακτο πνεύμα της Θέσης της Αφρικανικής Ένωσης του 2006 για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη –η οποία πλαισίωνε την εξαγωγή εργασίας ή την ασφαλειοποίηση (securitization) της μετανάστευσης ως απειλή– θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο βήμα προς την ανάκτηση της ηπειρωτικής ισχύος και προς το να επαναφανταστούμε τα συνόρα.
Sofian Philip Naceur
[Όπως δημοσιεύτηκε στο Review of African Political Economy με τίτλο “The border management fairytale“]