H Αποικιακότητα της Παγκόσμιας Υγείας – της Laura Meek

Δευτέρα 30/3/2026

Με την οξεία φάση της πανδημίας COVID-19 στην Αφρική να έχει πλέον επίσημα κηρυχθεί λήξασα, ήρθε η κατάλληλη στιγμή για να αποτιμηθεί το τι έχουν αποκαλύψει οι μυριάδες αμφισβητούμενες αλήθειες γύρω από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη δημόσια υγεία σχετικά με τις ιατρικές παρεμβάσεις στην ήπειρο. Νέες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και κρίσεις –όπως η μικροβιακή αντοχή (AMR)– συνεχίζουν να προκαλούν πανικό, αποτελώντας κομμάτι της μακροσκελούς στην παγκόσμια υγεία αφρικανικής τραγωδίας: «της άκριτης επιστημολογικής βιομηχανίας που εδώ και καιρό παράγει γνώση για την αφρικανική ανάπτυξη ως μια μονολιθική και πρωτόγονη τραγωδία». Αυτή η αφήγηση αγνοεί τις δεκαετίες νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης που άφησαν πολλά αφρικανικά συστήματα υγείας υποχρηματοδοτούμενα. Εν τω μεταξύ, η ίδια η Αφρική λειτουργεί ως πηγή πρώτων υλών για φάρμακα και ιατρικής γνώσης για τον Παγκόσμιο Βορρά. Αυτές οι δυναμικές είναι σημαντικές, αλλά αποτελούν μόνο ένα τμήμα των πολλαπλών ιστοριών που πρέπει να ειπωθούν αν επιδιώκουμε δικαιοσύνη όσον αφορά την υγεία της Αφρικής.

Η πανδημία COVID-19 και η πανδημία του AIDS που προηγήθηκε κατέστησαν σαφές ότι η ιατρική γνώση και η πρόσβαση σε θεραπείες κατανέμονται άνισα σε έναν κόσμο σημαδεμένο από βαθιές και συνεχιζόμενες αποικιακές κληρονομιές. Για την Αφρική, αυτό σήμαινε ότι τοποθετήθηκε ως ο παθητικός αποδέκτης βοήθειας και παρέμβασης. Και όμως, ένας πλούτος γνώσεων, πόρων και τεχνολογιών αντλήθηκε –και συνεχίζει να αντλείται– από την ήπειρο. Η ιδέα της υποτιθέμενης επιστημολογικής έλλειψης της Αφρικής ήταν κρίσιμη για εκείνους τους φορείς που δικαιολογούσαν τις αποικιακές ιατρικές παρεμβάσεις, οι οποίες κάλυπταν από την κοινωνική μηχανική έως την οικολογική πειραματολογία και την έρευνα σε ανθρώπινα υποκείμενα.

Η ιστορικός Helen Tilley τεκμηριώνει τις ευρείες επιπτώσεις της αποικιακής επιστήμης στην ανθρώπινη υγεία, ξεκινώντας από την ίδια την καταστροφή που προκάλεσε η αποικιακή κατάκτηση. Προκειμένου να υπερνικήσει τους ισχυρούς Γουαέχε (Wahehe) στην Ανατολική Αφρική, για παράδειγμα, η Γερμανία εφάρμοσε μια πολιτική καμένης γης δημιουργώντας γενοκτονικούς λιμούς και επιδημίες. Η εξαθλίωση και το τραύμα αντηχούν από τη γενοκτονία του 1895-1898, όπως και μια συλλογική δυσπιστία προς την κυβέρνηση που διαρκεί «μέχρι αύριο» (mpaka kesho), όπως λέει η σουαχίλι παροιμία. Επιπλέον, στον βαθμό που οι αποικιοκράτες δημιούργησαν υποδομές υγειονομικής περίθαλψης, στόχος τους ήταν η μεγιστοποίηση της εργατικής δύναμης και του πλούτου. Αυτό σήμαινε ότι επένδυαν όσο το δυνατόν λιγότερα στην υγειονομική περίθαλψη και επικεντρώνονταν αποκλειστικά σε ασθένειες που επηρέαζαν την παραγωγή. Παρομοίως, στη σημερινή νεοαποικιακή εποχή της ιδιωτικοποιημένης παγκόσμιας υγείας, βασικά ιατρικά είδη όπως παυσίπονα και θεραπευτικές αγωγές για σπανιότερες παθήσεις, όπως η λέπρα, συνεχίζουν να υποχρηματοδοτούνται.

Εν τω μεταξύ, τα αποικιακά καθεστώτα υπέβαλαν τους Αφρικανούς σε ιατρικά πειράματα χωρίς την ενημέρωση και τη συναίνεσή τους. Συχνά εξανάγκαζαν ή χειραγωγούσαν τα Αφρικανικά υποκείμενα σε εξαιρετικά επώδυνες και εξουθενωτικές διαδικασίες, όπως αυτές που πραγματοποιήθηκαν για τη θεραπεία της ασθένειας του ύπνου. Η ιδέα της Αφρικής ως τόπου άντλησης ωμών δεδομένων υγείας συνεχίζεται και στον εικοστό πρώτο αιώνα – με φαρμακευτικές εταιρείες όπως η Pfizer να πραγματοποιούν θανατηφόρες κλινικές δοκιμές για μηνιγγίτιδα δίχως ενημερωμένη συναίνεση και με δείγματα αίματος Αφρικανών να χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη κερδοσκοπικών εμβολίων κατά του Έμπολα για τον Παγκόσμιο Βορρά. Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης πανδημίας COVID-19, είδαμε αυτή τη λογική να εκτυλίσσεται όταν Γάλλοι γιατροί διαβόητα πρότειναν ότι τα εμβόλια θα έπρεπε να δοκιμαστούν πρώτα σε αφρικανικούς πληθυσμούς επειδή δήθεν δεν υπήρχαν «μάσκες, ούτε θεραπεία ούτε εντατική φροντίδα» στην ήπειρο. Συνέκριναν περαιτέρω την προτεινόμενη εκμετάλλευση τούτης της διαρθρωτικής ευπάθειας με μελέτες πάνω σε «πόρνες» οι οποίες θεωρήθηκαν ιδανικά πειραματόζωα κατά την εποχή του AIDS. Ενάντια σε αυτό το υπόβαθρο μισογυνορατσισμού (misogynoir) –σεξιστικού, αντιμαύρου ρατσισμού– η επιλογή της αυτοεξαίρεσης από την ιατρική περίθαλψη μπορεί να αποτελεί μια μορφή διαμαρτυρίας κατά της αποτυχίας της βιοϊατρικής να νομιμοποιηθεί ηθικά στην Αφρική.

Σε συνδυασμό με αυτά τα ιατρογενή αποτελέσματα, η νεο/αποικιακή παγκόσμια υγεία αγνοεί την αφρικανική γνώση γύρω από την υγεία και τη θεραπεία. Ο Δυτικός Διαφωτισμός και η ρητορική επινόηση της «Αφρικής» βασίστηκαν σε μια ιεραρχική, φυλετική κατασκευή του ανθρώπου. Αυτές οι ιεραρχίες χαρακτήρισαν τις αφρικανικές γνώσεις ως «παραδοσιακές», «διαισθητικές», «πρακτικές», «αισθησιακές» και «δεισιδαίμονες» –αλλά πάντα εκτός του παραδειγματικού πλαισίου του επιστημονικού. Όπως γράφει ο Clapperton Chakanetsa Mavhunga σχετικά με τις αποικιακές πολιτικές ελέγχου της μύγας τσε-τσε, «οι “αυτόχθονες” έγιναν δείγματα, τεκμήρια, δεδομένα και, στην καλύτερη περίπτωση, πληροφοριοδότες, παρά φορείς διάνοιας αυτοί καθαυτοί». Οι αποικιοκράτες έθεσαν εκτός νόμου τους Αφρικανούς θεραπευτές –που ήταν συχνά στην πρώτη γραμμή των αντιαποικιακών αγώνων– ή τους απογύμνωσαν από την ισχυρή πολιτική τους επιρροή μέσω του επιστημολογικού εξαγνισμού της πνευματικότητας, ο οποίος περιελάμβανε τον διαχωρισμό των πρακτικών «μαγείας» από τις φυτοθεραπείες.

Με δεδομένη την αποικιακότητα της σημερινής παγκόσμιας υγείας και το σύστημα του φυλετικού καπιταλισμού στο οποίο είναι ενσωματωμένη, ο Παγκόσμιος Βορράς εικονογραφεί συνεχώς την Αφρική ως μια «μαύρη τρύπα»: μια ήπειρο βυθισμένη σε επιστημολογικό σκοτάδι, που φιλοξενεί βιολογικές απειλές ικανές να καταπιούν τον κόσμο, αλλά ανίκανη να παράγει αλήθειες ή γνώση παγκόσμιας σημασίας. Για παράδειγμα, ενώ τα Δυτικά μέσα ενημέρωσης χλεύασαν και απαξίωσαν την Αρτεμισία, το φάρμακο της Μαδαγασκάρης για την COVID-19, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ διεξήγαγαν κλινικές δοκιμές για να εξάγουν –και να κατοχυρώσουν πατέντα– μια θεραπεία που προερχόταν από το ίδιο ακριβώς φυτό. Αυτό η υποκρισία πηγάζει από έναν υπέρμαχο της λευκής υπεροχής ευρωκεντρικό και αποικιακό ορισμό του τι λογίζεται ως επιστήμη και τεχνολογία. Όπως επιμένει ο Mavhunga, «ο αυθαίρετος περιορισμός του τι συνιστά τεχνολογία σε μετρήσιμα πράγματα και πειράματα, τα οποία διεξάγονται μόνο από τους ειδήμονες στο κατασκευασμένο εργαστήριο, αποτελεί όχι μόνο επιστημολογικό αποκλεισμό, αλλά και οντολογικό και κοινωνιολογικό».

Πρέπει να προσεγγίσουμε την αφρικανική αντίσταση στις πρωτοβουλίες της παγκόσμιας υγείας υπό το φως αυτής της μακράς διαδικασίας (longue durée). Οι αφρικανικές επανοικειοποιήσεις της βιοϊατρικής και οι αλληλεπιδράσεις με εναλλακτικές θεραπείες είναι συχνά μορφές φυγάδικης επιστήμης που αντιστέκονται στην ευρωαμερικανική επιστημολογική βία. Στην περίπτωση του COVID-19, για παράδειγμα, μεγάλο μέρος όσων εμφανιζόντουσαν ως «θεωρίες συνωμοσίας» αξιοποίησε, στην πραγματικότητα, τη «χρησιμότητα της υποψίας» για να δημιουργήσει μια μαύρη αντι-γνώση. Αυτή η αντιηγεμονική γνώση κατήγγειλε και αρνήθηκε την ιατρική «επιτήρηση, τον στιγματισμό και τη διαφοροποίηση των αναπτυσσόμενων χωρών από τις ανεπτυγμένες κατά μήκος (νεο)αποικιακών φαύλων παραδοχών».

Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν εξέχουσα θέση στη δική μου έρευνα σχετικά με τη μικροβιακή αντοχή (AMR) στην Ανατολική Αφρική, όπου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει ζητήσει από τις κυβερνήσεις να θεσπίσουν Εθνικά Σχέδια Δράσης για την AMR. Οι ειδικοί της παγκόσμιας υγείας παροτρύνουν τις αφρικανικές χώρες να επισπεύσουν, καθώς η AMR εξελίσσεται σε μια νέα «σιωπηλή πανδημία», που θεωρείται πλέον μία εκ των δέκα κορυφαίων προκλήσεων παγκόσμιας υγείας. Τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας εντοπίζονται στην υποσαχάρια Αφρική. Στην Τανζανία, οι στόχοι του Σχεδίου Δράσης του ΠΟΥ για την AMR περιλαμβάνουν την «ενίσχυση της συμμόρφωσης ασθενών και παρόχων υγειονομικής περίθαλψης» κατά τα πρότυπα χρήσης φαρμάκων που αναπτύχθηκαν στον Παγκόσμιο Βορρά. Σύμφωνα με το εξής Σχέδιο, η λύση για τη λεγόμενη «κακή χρήση» ή «υπερβολική χρήση» φαρμακευτικών προϊόντων έγκειται στο προμοτάρισμα «συμπεριφορικών αλλαγών» και στην εγκατάσταση «νέων στάσεων και πρακτικών» που πρέπει να «ενσωματωθούν σε ολόκληρη την κοινωνία».

Η μικροβιακή αντοχή είναι σίγουρα ένα σοβαρό και επείγον ζήτημα. Αλλά αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο πρέπει να αναγνωρίσουμε και να απορρίψουμε την αποικιακή λογική πίσω από τις παρεμβάσεις υγείας που υποθέτουν ότι οι Αφρικανοί γιατροί και ασθενείς δεν είναι καλά ενημερωμένοι. Η εθνογραφική μου έρευνα δείχνει ότι στην πραγματικότητα είναι πολύ καλά ενημερωμένοι, και ότι πρακτικές όπως η αγορά μόνο μερικής δόσης κάθε φορά δεν πηγάζουν από άγνοια αλλά από διαρθρωτικές αδικίες όπως η επικράτηση πλαστών φαρμάκων.

Σχεδόν οι μισές από τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις πλαστών φαρμάκων εντοπίζονται στην Αφρική: «η αναλογία των πλαστών φαρμακευτικών προϊόντων σε ορισμένες χώρες μπορεί να φτάσει έως και το 70%». Ακόμη και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τονίζει ότι «όσο κλιμακώνονται οι προσπάθειες για την εύρεση υποβαθμισμένων και πλαστών ιατρικών προϊόντων, τόσο περισσότερα εξ αυτών εντοπίζονται». Γιατί λοιπόν οργανισμοί παγκόσμιας υγείας, σαν τον ΠΟΥ, πλαισιώνουν τις παρεμβάσεις τους με όρους «συμμόρφωσης» και «στάσεων»; Γιατί δεν τις κατευθύνουν αντίθετα στα διαρθρωτικά προβλήματα που αναγκάζουν τους ασθενείς, οι οποίοι ζητούν θεραπευτική αποτελεσματικότητα, να πειραματίζονται με φάρμακα εξαρχής;

Εάν η AMR πράγματι απειλεί «τον ίδιο τον πυρήνα της σύγχρονης ιατρικής», όπως ισχυρίζεται ο ΠΟΥ, τότε χρειάζεται μια διαρθρωτική λύση που θα φέρει αξιόπιστα, ποιοτικά και οικονομικά προσιτά φάρμακα στους Αφρικανούς καταναλωτές. Καθώς τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής [του ΔΝΤ] επέβαλαν αρχές ελεύθερης αγοράς στην Αφρική, οι πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες πάλεψαν να διατηρήσουν τις αγορές τους ενάντια στην άνοδο των γενόσημων. Και, καθώς οι αφρικανικές χώρες αντεπιτέθηκαν, οι πλούσιες χώρες προσπάθησαν να διακόψουν τα κινήματα υπέρ της κοινωνικής ιατρικής στην ήπειρο προσφέροντας στοχευμένες βοηθητικές παρεμβάσεις που παρείχαν επιλεγμένα φαρμακευτικά προϊόντα όπως αντιβιοτικά και αντιρετροϊκά – συχνά αυτά που παρήγαγαν στις δικές τους χώρες. Έτσι, οι Δυτικές εγχώριες οικονομίες ωφελήθηκαν, ενώ οι αφρικανικές φαρμακευτικές βιομηχανίες παρέμειναν υπανάπτυκτες, εξαρτημένες από βοήθεια και με σοβαρές ελλείψεις φαρμάκων. Αυτά είναι προβλήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της νεοαποικιακής παγκόσμιας τάξης. Αλλά τα Δυτικά μέσα ενημέρωσης και οι πρωτοβουλίες παγκόσμιας υγείας παρερμηνεύουν το ζήτημα όταν το καλύπτουν με φυλετικά κωδικοποιημένες φράσεις όπως «άγνοια», «υγιεινή», «πολιτισμικά πρότυπα» και «στάσεις και συμπεριφορές».

Τον ίδιο μήνα που η πανδημία COVID-19 κηρύχθηκε λήξασα στην Αφρική, ακούσαμε επίσης τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, τον Αντόνιο Γκουτέρες, να παρατηρεί ότι η Αφρική συνολικά δαπανά περισσότερα ετησίως για την εξυπηρέτηση του χρέους παρά για τη δημόσια υγειονομική περίθαλψη. Παρά τo εν λόγω κατηγορώ, ωστόσο, οι προτεινόμενες λύσεις του Γενικού Γραμματέα ήταν προβλέψιμα ήπιες. Δεν αμφισβητούσαν τη φυλετικοποιημένη και έμφυλη καπιταλιστική παγκόσμια τάξη. Ακτιβιστές και διανοούμενοι έχουν εδώ και καιρό επιμείνει ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε τη νεοαποικιακή δομή των διεθνών οικονομικών σχέσεων και των σχέσεων παγκόσμιας υγείας και ότι αυτή η αναγνώριση απαιτεί πολύ πιο ριζοσπαστικές εναλλακτικές. Οι προτεινόμενες λύσεις κυμαίνονται από τη διαγραφή χρέους και τις επανορθώσεις [για τη δουλεία και την αποικιοκρατία] έως ένα καθολικό βασικό εισόδημα και την αποανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Καθώς οι διεθνείς οργανισμοί κινούνται και πάλι με σκοπό να ενισχύσουν ανισότητες που προστατεύουν τον Παγκόσμιο Βορρά εις βάρος της Αφρικής στο όνομα της «παγκόσμιας υγείας», ίσως αυτές οι ριζοσπαστικές λύσεις αξίζουν μια πιο προσεκτική ματιά.

Λώρα Μικ,

5 Ιουνίου 2023

 

[Δημοσιεύτηκε με τίτλο “The coloniality of global health” στο Africa is a Country και μεταφράστηκε από τον Φαίδωνα Σάλτο.]

share